HOMBRE

Como Ser Vivo

11.Habitat

Población

Casa

Mobiliario

Construcción


poblacionPoblación

πόλις-εως, ἡ

[sust.]

ciudad

ἐρήμωσις-εως, ἡ

[sust.]

despoblación

ἄστυ-εως, τὸ

[sust.]

ciudad

κώμη-ης, ἡ

[sust.]

aldea, poblado

πολίχνιον-ου, τὸ

[sust.]

pueblecito, aldea, ciudad pequeña

μητρόπολις-εως, ἡ

[sust.]

metrópoli

ἄντρον-ου, τὸ

[sust.]

cueva

καλύβη-ης, ἡ

[sust.]

cabaña

κλῆρος-ου, ὁ

[sust.]

finca

ἐργαστήριον-ου, τὸ

[sust.]

taller

ὁμίλος-ου, ὁ

[sust.]

multitud, muchedumbre

γείτων-ονος, ὁ

[sust.]

vecino

οἱκετής-οῦ, ὁ

[sust.]

vecino, criado, familiar

οικήτης-ου, ὁ

[sust.]

habitante

συνοικισμός-οῦ, ὁ

[sust.]

cohabitación

οἰκητός-ή-όν

[adj.]

habitable

ἔρημος-ον

[adj.]

despoblado

ναίω

[v.]

habitar

οἰκέω

[v.]

habitar

κατοικέω

[v.]

habitar

νέμω [v.] habitar      

περιοικέω

[v.]

habitar cerca de

συνοικέω

[v.]

convivir

ἀγυιά-ᾶς, ἡ

[sust.]

calle, camino, calzada, barrio

ἀγορά-ᾶς, ἡ

[sust.]

ágora, plaza, mercado

γέφυρα-ας, ἡ

[sust.]

puente

κρήνη-ης, ἡ

[sust.]

fuente

πύλη-ης, ἡ

[sust.]

puerta (de una ciudad); [pl] puertas, dobles puertas

προπύλαιον-ου, τὸ

[sust.]

pórtico

στοά-ᾶς, ἡ

[sust.]

pórtico, columnata

παράδεισος-ου, ὁ

[sust.]

jardín

πιραμίς-ίδος, ἡ

[sust.]

pirámide

περίοδος-ου, ἡ

[sust.]

camino en derredor, contorno

κοιμητήριον-ου, τὸ

[sust.]

cementerio

τάφος-ους, τὸ

[sust.]

sepultura

ἀρχιτεκτονία-ας, ἡ

[sust.]

arquitectura

ἀρχιτέκτων-ονος, ὁ

[sust.]

arquitecto

οἰκοδομία-ας, ἡ

[sust.]

construcción

τέκτων-ονος, ὁ

[sust.]

constructor

ἔδαφος-ους, τὸ

[sust.]

cimientos

ξύλωσις-εως, ἡ

[sust.]

andamio

ξύλον-ου, τὸ

[sust.]

madero

δόκος-ου, ἡ

[sust.]

viga

ἀρχιτεκτονικός-ή-όν

[adj.]

arquitectónico

τεύχω

[v.]

construir

ἱδρύομαι

[v.]

construir, erigir

ἱδρύω

[v.]

edificar, fundar

θεμελιόω

[v.]

cimentar

μετώπιον-ου, τὸ

[sust.]

fachada

στέλη-ης, ἡ

[sust.]

columna, pilar

ἔδρα-ας, ἡ

[sust.]

base

βάθφρον-ου, τὸ

[sust.]

pedestal

θόλος-ου, ὁ

[sust.]

bóveda

κόσμησις-εως, ἡ

[sust.]

ornamentación

Ἀθῆναι-ων, αἱ

[sust.]

Atenas

ἀθηναῖος-α-ον

[adj.]

ateniense

Ἀκρόπολις-εως, ἡ

[sust.]

Acrópolis (ciudadela de Atenas)

Πειραεύς-έως, ὁ

[sust.]

Pireo, puerto de Atenas

Φάληρον-ου, τὸ

[sust.]

Falero, al antiguo puerto de Atenas

casaCasa

οἴκημα-ατος, τὸ

[sust.]

construcción, edificio

οἰκία-ας, ἡ

[sust.]

casa, vivienda, hacienda

κατοικία-ας, ἡ

[sust.]

lugar [de residencia]

δόμος-ου, ὁ

[sust.]

casa, edificio

δώματα-ων, τα

[sust.]

[homerismo] palacio

δάπεδον-ου, τὸ

[sust.]

suelo

γή-ῆς, ἡ

[sust.]

suelo

τέγος-ους, τὸ

[sust.]

techo, tejado

ὀροφή-ῆς, ἡ

[sust.]

techo

τεῖχος-ους, τὸ

[sust.]

pared

τοῖχος-ους, τὸ [sust.] pared      

πύργος-ου, ὁ

[sust.]

torre

κάπνη-ης, ἡ

[sust.]

chimenea

γράγμα-ατος, τὸ

[sust.]

valla

αὐλή-ῆς, ἡ

[sust.]

patio

φρέαρ-ατος, τὸ

[sust.]

pozo

κλίμαξ-ακος, ἡ

[sust.]

escalera

ἐξαιρῖτις-ιδος, ἡ

[sust.]

escalera de mano

πρόθυρον-ου, τὸ

[sust.]

vestíbulo

δίοδος-ου, ὁ

[sust.]

pasillo

θάλαμος-ου, ὁ

[sust.]

dormitorio

κοιμητήριον-ου, τὸ

[sust.]

dormitorio

κέλλα-ης, ἡ

[sust.]

habitación

ἱπνός-οῦ, ὁ

[sust.]

cocina

ἀνδρών-ῶνος, ὁ

[sust.]

androceo

γυνακεῖον-ου, τὸ

[sust.]

gineceo

θῦρα-ας, ἡ

[sust.]

puerta

θυρίς-ίδος, ἡ

[sust.]

ventana

κλεῖς-ίδος, ἡ

[sust.]

cerradura, llave

ὑπηρέτης-ου, ὁ

[sust.]

sirviente, encargado

οϊκεῖος-α-ον

[adj.]

de casa, domético, pariente

ἄνοικος-ον

[adj.]

sin casa, sin hogar

οἰκονομικός-ή-όν

[adj.]

propio de la casa

πολυτελής-ές

[adj.]

suntuoso

οἰκέω

[v.]

vivir, habitar

μεθίστημι

[v.]

mudar; [med.] mudarse

ἱδρύομαι

[v.]

construir, erigir

ἱδρύω

[v.]

edificar, fundar

οἰκίζω

[v.]

edificar, fundar

οἰκοδομέω

[v.]

edificar

οἴκαδε

[adv.]

a casa

κατ᾿ οἶκον

[expr.]

en casa

οἴκοι

[adv.]

en casa

mobiliarioMobiliario

σκεῦος-ους, τὸ

[sust.]

mueble

κοῖτος-ου, ὁ

[sust.]

cama

κλίνη-ης, ἡ

[sust.]

cama

κῦτος-ους, τὸ

[sust.]

cuna

δέμνιον-ου, τὸ

[sust.]

colchón

προσκεφάλαιον-ου, τὸ

[sust.]

almohada

τράπεζα-ης, ἡ

[sust.]

mesa

δίφρος-ου, ὁ

[sust.]

silla

ἀποθήκη-ης, ἡ

[sust.]

armario

κάτροπτον-ου, τὸ

[sust.]

espejo

λουτρών-ῶνος, ὁ

[sust.]

baño

αὐλαία-ας, ἡ

[sust.]

cortina

πέτασμα-ατος, τὸ

[sust.]

alfombra

λάρναξ-ακος, ἡ

[sust.]

arca, urna

ὑδρία-ας, ἡ

[sust.]

hidria, cántaro

κοτύλη-ης, ἡ

[sust.]

vaso

κρέμαθρα-ας, ἡ

[sust.]

cesta

κρατής-ῆρος, ὁ

[sust.]

crátera, copa, vaso

λαμπάς-άδος, ἡ

[sust.]

luz, antorcha, lámpara

λύχνος-ου, ὁ

[sust.]

luz, lámpara, velón, antorcha

σκευή-ῆς, ἡ

[sust.] enseres      

καθέζω

[v.]

sentarse

κάθημαι

[v.]

estar sentado

καθίζομαι

[v.]

sentarse

καθίζω

[v.]

sentar

κρέμαμαι

[v.]

estar colgado

κρεμάννυμι

[v.]

suspender

construccionConstrucción

πλινθοφόρος-ου, ὁ

[sust.]

albañil

λίθος-ου, ὁ

[sust.]

piedra

μάρμαρος-ου, ὁ

[sust.]

mármol

κονίασμα-ατος, τὸ

[sust.]

argamasa

κεραμίς-ίδος, ἡ

[sust.]

teja

ἐρείπια-ων, τὰ

[sust.]

escombros

κονία-ας, ἡ

[sust.]

cal

ψάμμος-ου, ὁ

[sust.]

arena

ψίγος-ου, ὁ

[sust.]

yeso

ἱδρύομαι

[v.]

construir, erigir

ἱδρύω

[v.]

edificar, fundar

οἰκίζω

[v.]

edificar, fundar

οἰκοδομέω

[v.]

edificar

ξυλουργός-οῦ, ὁ

[sust.]

carpintero

ξύλον-ου, τὸ

[sust.]

madera

σανίς-ίδος, ἡ

[sust.]

tabla

σκῶλος-ου, ὁ

[sust.]

palo

σίδηρος-ου, ὁ

[sust.]

hierro

μόλιβος-ου, ὁ

[sust.]

plomo

ὔαλος-ου, ἡ

[sust.]

vidrio

ἐστία-ας, ἡ

[sust.]

hogar

πῦρ-πυρός, τὸ

[sust.]

lumbre

καθαρμός-οῦ, ὁ

[sust.]

limpieza

λαμπάς-άδος, ἡ

[sust.]

luz, antorcha, lámpara

λύχνος-ου, ὁ

[sust.]

luz, lámpara, velón, antorcha

σάρωτρον-ου, τὸ

[sust.]

escoba

καθαρός-ή-όν

[adj.]

limpio

καθαίρω

[v.]

limpiar

μιαίνω

[v.]

manchar

ἐργαλεῖον-ου, τὸ

[sust.]

utensilio

ὄργανον-ου, τὸ

[sust.]

herramienta

σφῦρα-ας, ἡ

[sust.]

martillo

ῥόπαλον-ου, τὸ

[sust.]

maza

λαβίς-ίδος, ἡ

[sust.]

tenazas

τρύπανον-ου, τὸ

[sust.]

taladro

ἧλος-ου, ὁ

[sust.]

clavo

γλύφανος-ου, ὁ

[sust.]

cincel

πρίων-ονος, ὁ

[sust.]

sierra

ἄμη-ης, ἡ

[sust.]

pala

τόρνος-ου, ὁ

[sust.]

torno, compás