HOMBRE

Como Ser Vivo

10.Vestido

Tejidos

Vestido

Cosmética

Adornos




tejidosTejidos

ἱστός-οῦ, ὁ

[sust.]

tejido, tela

ὕφασμα-ατος, τὸ

[sust.]

tejido, paño

ὑφάντης-ου, ὁ

[sust.]

tejedor

ξάνσις-εως, ἡ

[sust.]

cardadura

ξάντης-ου, ὁ

[sust.]

cardador

τρῦχος-ους, τὸ

[sust.]

trapo

σκῦτος-ους, τὸ

[sust.]

cuero

ἱμάς-άντος, ὁ

[sust.]

correa

ὑφαντικός-ή-όν

[sust.]

textil

ὑφαίνω

[v.]

tejer

ἱστουργέω

[v.]

tejer en telar

ξαίνω

[v.]

cardar (lana)

δευσοποιέω

[v.]

teñir

σηρικόν-οῦ, τὸ

[sust.]

seda

σηρικοδιαστής-οῦ, ὁ

[sust.]

tejedor de seda

λίνον-ου, τὸ

[sust.]

lino

λινοπλόκος-ου, ὁ

[sust.]

tejedor de lino

ἔριον-ου, τὸ

[sust.]

lana

σπάρτος-ου, ὁ

[sust.]

esparto

λινοῦς-ῆ-οῦν

[adj.]

de lino

ἐριουργέω

[v.]

trabajar la lana

μίτος-ου, ὁ

[sust.]

hilo

κλωστήρ-ῆρος, ὁ

[sust.]

hilo

ἄτρακτος-ου, ὁ

[sust.]

rueca, huso

σπάρτον-ου, τὸ

[sust.]

cordel

μήρινθος-ου, ὁ

[sust.]

cuerda

ῤαφή-ῆς, ἡ

[sust.]

costura

κλωστός-ή-όν

[adj.]

hilado

νέω

[v.]

hilar

κλώθω

[v.]

hilar

ποικίλλω

[v.]

bordar

ῥάπτω

[v.]

zurcir

vestidoVestido

ἐσθής-ήτος, ἡ

[sust.]

vestido

γυμνότης-ητος, ἡ

[sust.]

desnudez

ἱμάτιον-ου, τὸ

[sust.]

vestido, manto

γυμνός-ή-όν

[adj.]

desnudo

στολή-ῆς, ἡ

[sust.]

vestido

χιτών-ῶνος, ὁ

[sust.]

prenda interior, túnica, vestidura, quitón

πέπλος-ου, ὁ

[sust.]

vestidura, manto, peplo

χλαίνα-ης, ἡ

[sust.]

vestidura exterior, capa, manto, manta

χλαμύς-ύδος, ἡ

[sust.]

clámide, capa o manto sin mangas

ῥάκος-ους, τὸ

[sust.]

andrajo

ῥακοδύτης-ες

[adj.]

andrajoso

ἀμφιέννυμι

[v.]

vestir

γυμνόω

[v.]

desnudar

ἐνδύω

[v.]

vestir, revestir

ζώννυμι

[v.]

ceñir

περονή-ῆς, ἡ

[sust.]

broche, hebilla

βελόνη-ης, ἡ

[sust.]

aguja

ψάλις-ίδος, ἡ

[sust.]

tijeras

κυνέη-ης, ἡ [sust.] gorro, casco      
           

ἐμβάς-άδος, ἡ

[sust.]

zapato

ἀνυπόδητος-ον

[adj.]

descalzo

ὑποδύομαι

[v.]

calzarse

ὑπολύω

[sust.]

descalzar

καθαρμός-οῦ, ὁ

[sust.]

limpieza

πίνος-ου, ὁ

[sust.]

suciedad

καθαρός-ή-όν

[adj.]

limpio, puro

πιναρός-ή-όν

[adj.]

sucio

καθαίρω

[v.]

limpiar

μιαίνω

[v.]

ensuciar, manchar

πλύσις-εως, ἡ

[sust.]

lavado

πλυτός-ή-όν

[adj.]

lavado

λούω

[v.]

lavar

λούω [v.] baņarse [med.]      

cosmeticaCosmética

κτείς-ενός, ἡ

[sust.]

peine

ξύρησις-εως, ἡ

[sust.]

afeitado

κοσμητικόν-οῦ, τὸ

[sust.]

afeite, cosmético

μύρον-ου, τὸ

[sust.]

perfume

μυροπώλιον-ου, τὸ

[sust.]

perfumería

κοσμητικός-ή-όν

[adj.]

cosmético

εὐώδης-ες

[adj.]

perfumado

κοσμέω

[v.]

adornar

κτενιστός-ή-όν

[adj.]

peinado

κτενίζω

[v.]

peinarse

ξυρέω

[v.]

afeitar

μυρίζω

[v.]

perfumar

adornosAdornos

ἄγαλμα-ατος, τὸ

[sust.]

adorno

ἀμελεία-ας, ἡ

[sust.]

desaliño

λίθος-ου, ὁ

[sust.]

joya

αμελής-ές

[v.]

desaliñado

μάρμαρον-ου, τὸ

[sust.]

perla

ψέλιον-ου, τὸ

[sust.]

anillo, brazalete

στέφανος-ου, ὁ

[adj.]

corona, diadema

ῥόπαλον-ου, τὸ

[sust.]

maza, estaca

πτύον-ου, τὸ

[sust.]

abanico

σκῆπτρον-ου, τὸ

[sust.]

cetro, bastón

βακτηρία-ας, ἡ

[sust.]

bastón

ῥάβδος-ου, ὁ

[sust.]

bastón