Como Ser Racional:

Sensibilidad

13.Sentidos

Sensibilidad

Vista

Oído

Olfato

Gusto

Tacto



 sensibilidadSensibilidad

εὐαισθησία-ας, ἡ

[sust.]

sensibilidad

ἀναισθησία-ας, ἡ

[sust.]

insensibilidad, anestesia

πάθος-ους, τὸ

[sust.]

sensación

αἴσθησις-εως, ἡ

[sust.]

percepción, sentido

ἡδονή-ῆς, ἡ

[sust.]

placer, agrado

ἄλγος-ους,τὸ

[sust.]

dolor

τρψις-εως, ἡ

[sust.]

goce

λύπη-ης, ἡ

[sust.]

pena, dolor

ἀρεσκεία-ας, ἡ

[sust.]

agrado

κνῆσις-εως, ἡ

[sust.]

picor

εὐπορία-ας, ἡ

[sust.]

bienestar

δυσχερεία-ας, ἡ

[sust.]

desagrado

αἰσθητός-όν

[adj.]

perceptible

θυμαρής-ές

[adj.]

placentero

ἀλγεινός-ή-όν

[adj.]

doloroso

ἡδύς-εῖα-ύ

[adj.]

agradable, suave, grato

λυπηρός-ά-όν

[adj.]

desagradable, penoso

αἰθάνομαι

[v.]

sentir [+acus., gen.], percibir, darse cuenta

τέρπομαι

[v.]

gozar [+ dat.]

ἀλγέω

[v.]

tener dolor

ἀρέσκω

[v.]

agradar [+ dat.]

λυπέω

[v.]

afligirse, inquietar, disgustar; [med.] afligirse, inquietarse, disgustrarse

ἥδομαι

[v.]

agradar, gustar

στενάζω

[v.]

lamentarse

ἀρέσκει

[v.]

[+dat.] agrada, parece bien

πάσχω

[v.]

sufrir, experimentar

      ἀνατλῆναι [v.] sufrir, soportar
      ὑπομένω [v.] soportar, resistir

ἡδέως

[adv.]

dulcemente, agradablemente

ἀπαρέσκω

[v.]

desagradar [+ dat.]

ἥδιστα

[adv.]

muy agradablemente

 vistaVista

εἶδος-ους, τὸ

[sust.]

vista

τυφλότης-ητος, ἡ

[sust.]

ceguera

ὄψις-εως, ἡ

[sust.]

vista

σκότος-ους, τὸ

[sust.]

oscuridad

ὄμμα-ατος, τὸ [sust.] vista, mirada

σκιά-ᾶς, ἡ

[sust.]

sombra

ὀφθαλμός-οῦ, ὁ

[sust.]

ojo

ἀφανεία-ας, ἡ

[sust.]

invisibilidad

φάσμα-ατος, τὸ

[sust.]

visión, aparición, fantasma

     

φάντασμα-ατος, τὸ

[sust.]

visión, aparición, fantasma

θεατής-οῦ, ὁ

[sust.]

espectador

ἐπιφανής-ές

[adj.]

visible, distinguido

ἀφανής-ές

[adj.]

invisible

φανερός-ά-όν

[adj.]

visible, claro

τυφλός-ή-όν

[adj.]

ciego

ὁρατός-ή-όν

[adj.]

visible

ἀμαυρός-ά-όν

[adj.]

oscuro, sin luz

δῆλος-η-ον

[adj.]

visible, manifiesto δῆλον ἐστιν es(tá) claro (que), es evidente que

ὁράω [εἶδον]

[v.]

ver, mirar

τυφλόω

[v.]

cegar

ἀποβλέπω

[v.]

mirar desde

λανθάνω

[v.]

pasar inadvertido [+acus. o part]

σκοπέω

[v.]

observar, mirar

βλέπω

[v.]

mirar

προσοράω [v.] mirar      

θεάομαι

[v.]

contemplar, observar

θεωρέω

[v.]

contemplar

ἰδού

[v.]

¡mira!

καθοράω

[v.]

mirar de arriba a abajo

δηλόω

[v.]

hacer visible, manifestar, mostrar

φῶς-φωτός, τὸ

[sust.]

luz

σκότος-ους, τὸ

[sust.]

oscuridad

λαμπάς-άδος, ἡ

[sust.]

luz, antorcha, lámpara

λαμπρότης-ητος, ἡ

[sust.]

brillo

ὦχρος-ου, ὁ

[sust.]

palidez

λαμπρός-ά-όν

[adj.]

brillante, reluciente

ἀμαυρός-ά-όν

[adj.]

oscuro, sin luz

λευκός-ή-όν

[adj.]

brillante, blanco

σκιόεις-εσσα-εν

[adj.]

sombrío

σαφής-ές

[adj.]

claro

μέλας-μέλαινα-μέλαν

[adj.]

negro

λάμπω

[v.]

brillar

σκοτόω

[v.]

oscurecer

χρῶμα-ατος, τὸ

[sust.]

color

χρωμάτινος-η-ον

[adj.]

coloreado

λευκός-ή-όν

[adj.]

blanco

μέλας-μέλαινα-μέλαν

[adj.]

negro

ξανθός-ή-όν

[adj.]

amarillo

ὠχρός-ά-όν

[adj.]

amarillo

ὦχρος-ου, ὁ

[sust.]

color amarillo

χλωρός-οῦ, ὁ

[sust.]

verde

ἐρυθρός-ά-όν

[adj.]

rojo

χρωματίζω

[v.]

colorear

λευκότης-ητος, ἡ

[sust.]

blancura

μελανότης-ητος, ἡ

[sust.]

negrura

λευός-ή-όν

[adj.]

blanco

μέλας-μέλαινα-μέλαν

[adj.]

negro

λευκόω

[v.]

blanquear

μελάνω

[v.]

ennegrecer

 oidoOido

ἀκοή-ῆς, ἡ

[sust.]

oído, audición

κωφότης-ητος, ἡ

[sust.]

sordera

ἀκουστός-ή-όν

[adj.]

audible

κωφός-ή-όν

[adj.]

sordo

ἀκούω

[v.]

oir [+gen. de pers, acus. de cosa], escuchar

ἐκκωφόω

[v.]

ensordecer

φωνή-ῆς, ἡ

[sust.]

voz, sonido

σιγή-ῆς, ἡ

[sust.]

silencio

ἠχώ-οῦς, τὸ

[sust.]

sonido

σιωπή-ῆς, ἡ

[sust.]

silencio

εὐφωνία-ας, ἡ

[sust.]

buena voz

ἀφανία-ας, ἡ

[sust.]

afonía

βραχυφωνία-ας, ἡ

[sust.]

voz débil

βοή-ῆς, ἡ

[sust.]

grito

ῥέγξις-εως, ἡ

[sust.]

ronquera

ψόφος-ου, ὁ

[sust.]

ruido

θόρυβος-ου, ὁ

[sust.]

ruido

ἀκουστική-ῆς, ἡ

[sust.]

acústica

μουσική-ῆς, ἡ

[sust.]

música

κελαδεινός-ή-όν

[adj.]

ruidoso

σιωπηλός-ή-όν

[adj.]

silencioso

ἠχητικός-ή-όν

[adj.]

sonoro

σιγηλός-ή-όν

[adj.]

silencioso

ἀκουστικός-ή-όν

[adj.]

acústico

ῥεγκώδης-ες

[adj.]

ronco

βοάω

[v.]

gritar

ἄφωνος-ον

[adj.]

sin voz

ἠχέω

[v.]

sonar

σιγάω

[v.]

callar, estar en silencio

σιωπάω

[v.]

callar

θόρυβος-οὐ, ὁ

[sust.]

alboroto, ruido, tumulto, confusión

κλαυγή-ῆς, ἡ

[sust.]

clamor

πάταγος-ου, ὁ

[sust.]

estallido

σύρισμα-ατος, τὸ

[sust.]

silbido

θορυβέω

[v.]

alborotar

διαρρήγνυμαι

[v.]

estallar

συρίζω

[v.]

silbar

 olfatoOlfato

ὀσμή-ῆς, ἡ

[sust.]

olor

βρῶμος-ου, ὁ

[sust.]

fetidez

ὄσφρησις-εως, ἡ

[sust.]

olfato

ῥίς-ρὶνός, ἡ

[sust.]

nariz

δυσοσμία-ας, ἡ

[sust.]

tufo

εὐωδία-ας, ἡ

[sust.]

fragancia

ἆρομα-ατος, τὸ

[sust.]

aroma

μύρον-ου, τὸ

[sust.]

perfume

ἀρωματικός-ή-όν

[adj.]

fragante, aromático

δυσώδης-ες

[adj.]

fétido

εὐώδης-ες

[adj.]

aromático, perfumado

βρωμώδης-ες

[adj.]

fétido

ὄζω

[v.]

percibir un olor, oler

ὀσφραίνομαι

[v.]

olfatear [+ gen.]

μυρίζω

[v.]

perfumar

 gustoGusto

γεῦσις-εως, ἡ

[sust.]

gusto

δυσχερεία-ας, ἡ

[sust.]

asco

γεῦμα-ατος, τὸ

[sust.]

sabor

λαρός-όν

[adj.]

gustoso, sabroso

ἀναφής-ές

[adj.]

insípido

γεύομαι

[v.]

gustar, probar

ἀηδέω

[v.]

sentir asco [+dat.]

ἀπορροφέω

[v.]

sorber, gustar

γλυκύτης-ητος, ἡ

[sust.]

dulzura

πικρότης-ητος, ἡ

[sust.]

amargor

στιφνότης-ητος, ἡ

[sust.]

acidez

γλυκύς-εῖα-ύ

[adj.]

dulce

πικρός-ά-όν

[adj.]

amargo

στρυφνός-ή-όν

[adj.]

ácido

ὀξύς-εῖα-ύ

[adj.]

ácido

ἀλμυρός-ά-όν

[adj.]

salado

δηκτικός-ή-όν

[adj.]

picante

γλυκάζω

[v.]

endulzar

πικραίνω

[v.]

amargar

 tactoTacto

ἀφή-ῆς, ἡ

[sust.]

tacto

ἁπτός-ή-όν

[adj.]

tangible

ψαύω

[v.]

tocar

βάλλω

[v.]

tocar

θερμασία-ας, ἡ

[sust.]

calor

ψῦφος-ους, τὸ

[sust.]

frío

κρύος-ους, τὸ

[sust.]

frío

θερμός-ή-όν

[adj.]

caliente

ψυχρός-ά-όν

[adj.]

frío

ἄθερμος-ον

[adj.]

falto de calor

χλιαροός-ά-όν

[adj.]

tibio

θερμαίνω

[v.]

calentar

ψύχω

[v.]

enfriar

σκληρότης-ητος, ἡ

[sust.]

dureza

μαλακότης-ητος, ἡ

[sust.]

blandura

σκληρός-ά-όν

[adj.]

duro

μαλακός-ή-όν

[adj.]

blando

στερέος-α-ον

[adj.]

duro

ἁπαλός-ή-όν

[adj.]

blando

χαλεπός-ή-όν

[adj.]

duro

σκληρόω

[v.]

endurecer

μαλάσσω

[v.]

emblandecer

λειότης-ητος, ἡ

[sust.]

lisura

τραχύτης-ητος, ἡ

[sust.]

aspereza

λεῖος-α-ον

[adj.]

liso

τραχύς-εῖα-ύ

[adj.]

áspero

λεαίνω

[v.]

alisar