Conocimiento

16.Relación, Orden Causalidad

Relación

Identidad

Pronombres

Orden

Causalidad






relacionRelación

σχέσις-εως, ἡ

[sust.]

relación

ἀναφορικός-ή-όν

[adj.]

relativo

ὅλος-η-ον

[adj.]

absoluto

σχετικός-ή-όν

[adj.]

relativo

ἐπιβάλλω

[v.]

concernir [+acus.]

προσήκει

[v.]

concernir [+gen. + dat.]

ὅλως

[adv.]

absolutamente

δεσμός-οῦ, ὁ

[sust.]

enlace

συναφεία-ας, ἡ

[sust.]

conexión

συναφής-ές

[adj.]

conectado

ἀσύνδετος-ον

[adj.]

inconexo

συνδέω

[v.]

enlazar

συνάγω

[v.]

enlazar, relacionar, conectar

αντανάκλασις-εως, ἡ

[sust.]

reciprocidad

πρὸς ἀλλήλλους-ας-α

[adj.]

recíproco

ἀλλήλλων

[pron.]

los unos a los otros

κατάστασις-εως, ἡ

[sust.]

condición

ὑποθετικός-ή-όν

[adj.]

condicional

πρόσθημα-ατος, τὸ

[sust.]

accesorio

πάρεργος-ον

[adj.]

accesorio, secundario

δεύτερος-α-ον

[adj.]

secundario

identidadIdentidad

ταὐτότης-ητος, ἡ

[sust.]

identidad

ποικιλία-ας, ἡ

[sust.]

diversidad

ταὐτός-ή-όν

[adj.]

idéntico

διάφορος-ον

[adj.]

diverso

ἐπιγιγνώσκω

[v.]

identificar

ποικίλος

[adj.]

diverso

γνωρίζω

[v.]

identificar

ποικίλλω

[v.]

diversificar

κοινωνέω

[v.]

identificarse [+gen.]

αὐτός-ή-ό

[adj-pron.]

él mismo, ella misma, él, ella (no en nom.)

ἕτερος-α-ον

[adj.]

el otro (de dos)

ἑαυτόν

[pron.]

a sí mismo

ἄλλος-η-ον

[adj-pron.]

otro

ἑαυτοῦ-ῆς-οῦ

[pron.]

de sí, de sí mismo

ἀμφότερος-α-ον

[adj.]

ambos, los dos, uno y otro

ἐμαυτοῦ-ῆς-οῦ

[adj.]

de mí mismo

παράδειξις-εως, ἡ

[sust.]

comparación

παραβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

comparación

παράθεσις-εως, ἡ

[sust.]

cotejo

εἰκαστός-ή-όν

[adj.]

comparable

ὁμοιόω

[v.]

comparar [+dat.]

δείκνυμι

[v.]

cotejar [+dat.]

ἰσότης-ητος, ἡ

[sust.]

igualdad

διαφορά-ᾶς, ἡ

[sust.]

diferencia

ἰσοδυναμία-ας, ἡ

[sust.]

equivalencia

ἀνωμαλία-ας, ἡ

[sust.]

desigualdad

ἴσος-η-ον

[adj.]

igual

διάφορος-ον

[adj.]

diferente

ἰσοδύναμος-ον

[adj.]

equivalente

ἀλλοῖος-α-ον

[adj.]

diferente

ἄνισος-ον

[adj.]

desigual

ἀνώμαλος-ον

[adj.]

desigual

ἀνισόω

[v.]

igualar

ἑτεοιόω

[v.]

diferenciar

ἰσόω

[v.]

igualar

ἰσοδυναμέω

[v.]

equivaler

διαφέρω

[v.]

sobresalir

ὁμοιότης-ητος, ἡ

[sust.]

semejanza

ὁμοῖος-α-ον

[adj.]

igual, semejante, parecido a [+dat.]

ὁμοιόομαι

[v.]

asemejar

ἀναλογία-ας, ἡ

[sust.]

proporción

συμμετρία-ας, ἡ

[sust.]

proporción

ἀσυμμετρία-ας, ἡ

[sust.]

desproporción

ἀρμονία-ας, ἡ

[sust.]

proporción

σύμμετρος-ον

[adj.]

proporcionado

ἀσύμμετρος-ον

[adj.]

desproporcionado

ἀνάλογος-ον

[adj.]

proporcional

συμφονία-ας, ἡ

[sust.]

conformidad

ἀπρεπεία-ας, ἡ

[sust.]

inconveniencia

σύμφωνος-ον

[adj.]

conforme

εὐπρεπής-ές

[adj.]

conveniente

ἀπρεπής-ές

[adj.]

inconveniente

ἐπιτήδειος-α-ον

[adj.]

conveniente

ἐπιεικής-ές

[adj.]

conveniente

ὁμολογέω

[v.]

estar conforme, de acuerdo [+ dat.]

προσήκω

[v.]

convenir [+ dat.]

συμφέρω

[v.]

convenir [+ dat.]

πρέπω

[v.]

convenir [+ dat.]

ἀραρίσκω [v.] acomodarse      

ἐπιεικῶς

[adv.]

convenientemente

παραδεῖγμα-ατος, τὸ

[sust.]

modelo

μίμησις-εως, ἡ

[sust.]

imitación

ἀπόσχημα-ατος, τὸ

[sust.]

copia

καινός-ή-όν

[adj.]

original

ἀντίγραφος-ον

[adj.]

copiado

μόνος-η-ον

[adj.]

solo, único

μιμέομαι

[v.]

imitar

ἀπογράφω

[v.]

copiar

pronombresPronombres

ἐγώ

[pron.]

yo

σύ

[pron.]

ἡμεῖς

[pron.]

nosotros

ὑμεῖς

[pron .]

vosotros

ὅ δε

[art.+ part.]

y él

ὅδε -ἥδε -τόδε

[dem.]

este, esta

οὗτος -αὕτη-τοῦτο

[dem.]

ese, esa, eso

ἐκεῖνος-η-ον

[dem.]

aquel, aquella

τις-τι

[indef.]

alguien, alguno

τίς-τί

[interr.]

quién, qué

πότερος-α-ον

[adj.]

¿cuál de los dos?

τοιοῦτος-τοιαύτη-τοιούτο

[adj.]

tal, de tal clase

τοιόσδε-τοιάδε-τοιόνδε

[adj.]

tal, de tal tipo, de tal clase

ὃς .ἥ-ὅ

[rel.]

que, el cual, quien

ὅστις-ἥτις-ὅτι

[rel.]

cualquiera que

ὅσπερ-ἥπερ-ὅπερ

[rel.]

el que, la que, lo que precisamente

ordenOrden

κόσμος-ου, ὁ

[sust.]

orden

τάξις-εως, ἡ

[sust.]

orden

ἀταξία-ας, ἡ

[sust.]

desorden

ὁμολογία-ας, ἡ

[sust.]

arreglo

ταραχή-ῆς, ἡ

[sust.]

confusión

κόσμιος-α-ον

[adj.]

ordenado

ἄτακτος-ον

[adj.]

desordenado, desarreglado

εὐτάκτος-ον

[adj.]

ordenado

ἄκοσμος-ον

[adj.]

desordenado

κοσμέω

[v.]

ordenar, arreglar

ταράττω

[v.]

desordenar, desarreglar

τάττω

[v.]

ordenar

συντάττω

[v.]

arreglar

εὐτάκτως

[adv.]

ordenadamente

ἀκόσμως

[adv.]

desordenadamente

κατὰ κόσμον

[exp.]

ordenadamente

ἀτάκτωσ

[adv.]

desordenadamente

νόμος-ου, ὁ

[sust.]

regla

ἀνωμαλία-ας, ἡ

[sust.]

irregularidad

κανών-όνος, ὁ

[sust.]

regla

κανονικός-ή-όν

[adj.]

ordenado

μετρίος-α-ον

[adj.]

regular

ἀνώμαλος-ον

[adj.]

irregular

νόμιμος-η-ον

[adj.]

ordinario

παράδοξος-ον

[adj.]

extraordinario

 

 

 

ἐξαίσιος-α-ον

[adj.]

extraordinario

κανονίζω [v.] regular      

νομίζω

[v.]

regular

ἀρχή-ῆς, ἡ

[sust.]

principio, inicio

τέλος-ους, τὸ

[sust.]

fin

τελευτή-ῆς, ἡ

[sust.]

fin, término

πρῶτος-η-ον

[adj.]

principal, inicial

τελευταῖος-α-ον

[adj.]

final

τέλειος-ον

[adj.]

acabado, hecho

ὑπάρχω

[v.]

empezar

τελειόω

[v.]

llevar a cabo

ἄρχομαι

[v.]

empezar [+gen.]

τελευτάω

[v.]

terminar

ἐπιχειρέω

[v.]

iniciar

τελέω

[v.]

terminar

τέλος

[adv.]

finalmente

καθολικός-ή-όν

[adj.]

universal

οικεῖος-α-ον

[adj.]

particular

ἴδιος-α-ον

[adj.]

particular, especial

ἀρχή-ῆς, ἡ

[sust.]

origen

γένεσις-εως, ἡ

[sust.]

origen

ἀρχικός-ή-όν

[adj.]

originario

γεννάω

[v.]

originar

γίγνομαι

[v.]

originarse

φαίνομαι

[v.]

originarse

ὑπόθεσις-εως, ἡ

[sust.]

fundamento

θεμέλιος-ον

[adj.]

fundamental

διάταξις-εως, ἡ

[sust.]

clasificación

γένος-ους, τὸ

[sust.]

clase, género, especie

διατάσσω

[v]

clasificar

κατάλογος-ου, ὁ

[sust.]

lista, catálogo

ἀρίθμησις-εως, ἡ

[sust.]

enumeración

ἀριθμέω

[v.]

enumerar

σειρά-ᾶς, ἡ

[sust.]

serie

στοῖχος-ους, τὸ

[sust.]

fila, hilera

συλλογή-ῆς, ἡ

[sust.]

colección

συλλέγω

[v.]

coleccionar

causalidadCausalidad

αἰτία-ας, ἡ

[sust.]

causa, motivo

ἐκβαίνον-οντος, τὸ

[partic.]

efecto

ἀφορμή-ῆς, ἡ [sust.] causa, motivo      

αἰτίος-α-ον

[adj.]

causante

συμβαίνον-οντος, τὸ

[partic.]

consecuencia

ἀποβάν-βάντος, τὸ

[partic.]

resultado

τίκτω

[v.]

causar

ἐργάζομαι

[v.]

efectuar

ποιέω

[v.]

causar

πράσσω

[v.]

efectuar

γεννάω

[v.]

causar

συμβαίνω

[v.]

efectuarse, ser consecuencia de, resultar

ἀναβαίνω

[v.]

resultar

ἐκβαίνω

[v.]

resultar

ἀναφορά-ᾶς, ἡ

[sust.]

atribución

πρόσθεσις-εως, ἡ

[sust.]

atribución

ἀναφέρω

[v.]

atribuir [+acus. +dat.]

ἐπιφέρω

[v.]

atribuir

ἀνάγκη-ης, ἡ

[sust.]

necesidad, destino

τύχη-ης, ἡ

[sust.]

casualidad

ἀναγκαῖος-α-ον

[adj.]

necesario

τυχαῖος-α-ον

[adj.]

casual

δέομαι

[v.]

necesitar

τυγχάνω

[v.]

estar o ser casualmente [+ ger.]

δεῖ

[v.]

[+acus e inf.] es necesario, se debe

μόρος-ου, ὁ

[sust.]

destino

τύχη-ης, ἡ

[sust.]

suerte, fortuna, azar

μοῖρα-ας, ἡ

[sust.]

destino

δυστυχία-ας, ἡ

[sust.]

mala suerte

κῆρ-κηρός, ἡ

[sust.]

destino, suerte, desgracia, infortunio

πρωτός-ή-όν

[adj.]

destinado

εὐτυχής-ές

[adj.]

afortunado

μόρσιμος-η-ον

[adj.]

predestinado

καθίστημι

[v.]

destinar

[v.]

sacar, obtener por suerte