Instituciones

29.Propiedad

Propiedad

Gasto

Asimiento

Bienes

Pago

Precio

Posesivos




propiedadPropiedad

οὐσία-ας, ἡ

[sust.]

propiedad

ἰδιώτης-ου, ὁ

[sust.]

persona particular

μετοχή-ῆς, ἡ

[sust.]

participación

ἴδιος-α-ον

[adj.]

privado, particular

μέτοχος-ον

[adj.]

participante

μέτειμι

[v.]

estar entre o junto a, participar, intervenir

μετέχω

[v.]

tener parte con, participar

ἰδίᾳ

[adv.]

privadamente

κτῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

posesión

κτάομαι

[v.]

adquirir, conseguir

ἔχω

[v.]

tener

εὐπορέω [v.] tener medios      

ἐπικαρπία-ας, ἡ

[sust.]

usufructo

καρπόομαι

[v.]

tener usufructo sobre [+acus.]

δουλεία-ας, ἡ

[sust.]

esclavitud

χρεία-ας, ἡ

[sust.]

uso

λοιδορία-ας, ἡ

[sust.]

abuso

χράομαι

[v.]

usar [+dat.]

λοιδορέω

[v.]

abusar [+acus.]

μίσθωσις-εως, ἡ

[sust.]

arrendamiento

μισθός-οῦ, ὁ

[sust.]

alquiler

μισθόω

[v.]

arrendar, alquilar

συντήρησις-εως, ἡ

[sust.]

conservación

συντηρέω

[v.]

conservar

οἰκονομία-ας, ἡ

[sust.]

administración

ἐπίτροπος-ου, ὁ

[sust.]

administrador

διανέμω

[v.]

administrar

διοικέω

[v.]

administrar

ἐπιτροπεύομαι

[v.]

estar bajo tutela

οἰκονομέω

[v.]

administrar

ἀπόθεσις-εως, ἡ

[sust.]

reserva

ἀποτίθημι

[v.]

[med.] reservar

θήκη-ης, ἡ

[sust.]

depósito

θησαυρός-οῦ, ὁ

[sust.]

tesoro

ἀποτίθημι

[v.]

depositar

κατατίθημι

[v.]

depositar, establecer, [med.] adquirir

[v.]

depositar, trasladar

gastoGasto

δαπάνη-ης, ἡ

[sust.]

gasto

φειδωλία-ας, ἡ

[sust.]

ahorro

δαπανηρός-ή-όν

[adj.]

gastoso

φειδωλός-ή-όν

[adj.]

ahorrativo

ἀναλίσκω

[v.]

gastar

φείδομαι

[v.]

ahorrar [+gen.]

δαπανάω

[v.]

gastar, consumir

ἐλευθηριότης-ητος, ἡ

[sust.]

liberalidad

ταπεινότης-ητος, ἡ

[sust.]

mezquidad

φιλάργυρος-ον

[adj.]

avaro

ἐλευθέριος-α-ον

[adj.]

liberal

ταπεινός-ή-όν

[adj.]

mezquino

ἀνάλωμα-ατος, τὸ

[sust.]

derroche

φειδωλία-ας, ἡ

[sust.]

parsimonia

εὐπορία-ας, ἡ

[sust.]

abundancia

ἀναλωτής-οῦ, ὁ

[sust.]

derrochador

φειδωλός-ή-όν

[adj.]

parsimonioso

ἀναλίσκω

[v.]

derrochar

φείδομαι

[v.]

ahorrar [+gen.]

κτῆσις-εως, ἡ

[sust.]

adquisición

στέρησις-εως, ἡ

[sust.]

privación

κτητός-ή-όν

[adj.]

adquirido

ἐρημός-ή-όν

[adj.]

privado de [+gen.]

κτάομαι

[v.]

adquirir, conseguir

στερέω

[v.]

privar [+gen.]

σκυλεύομαι

[v.]

ser despojado

κλοπή-ῆς, ἡ

[sust.]

robo

κλεπτοσύνη-ης, ἡ

[sust.]

hábito de robar

κλέπτης-ου, ὁ

[sust.]

ladrón

φώρ-φωρός, ὁ

[sust.]

ladrón

κλεψιμαῖος-α-ον

[adj.]

robado

ἁρπάζω

[v.]

quitar, arrebatar

     

περιαιρέω

[v.] quitar, despojar

κλέπτω

[v.]

robar

συλάω

[v.]

robar

παράκλουσις-εως, ἡ

[sust.]

estafa

παρακλουστικός-ή-όν

[sust.]

estafador

παρακρούομαι

[v.]

estafar

κατεγγύησις-εως, ἡ

[sust.]

embargo

κατεγγυάω

[v.]

embargar

asimientoAsimiento

λῆψις-εως, ἡ

[sust.]

toma

λαμβάνω

[v.]

tomar, coger; [med+gen.] tomar para sí, coger para sí, captar

ἐάω

[v.]

dejar, permitir

αἱρέω

[v.]

tomar

λείπω

[v.]

dejar, abandonar

περιγίγνομαι

[v.] apoderarse de [+ gen.]      

ἀναλαμβάνω

[v.]

recoger, volver a tomar

ἀπολείπω

[v.]

dejar, abandonar

συλλαμβάνω

[v.]

tomar juntamente, reunir, arrestar, apresar,  incluir

ἀνίημι

[v.]

hacer surgir, emitir, dejar, aflojar

παραλαμβάνω

[v.]

tomar junto a sí, recibir

ἀφίημι

[v.]

enviar delante, dejar marchar, dejar [med.] apartarse, extraviar, soltar, abandonar, divorciarse (el marfido) [+acus.]

προσδέχομαι

[v.]

recibir, aguardar

ἐκλείπω

[v.]

dejar, abandonar, omitir

κατέχω

[v.]

retener

κατακλίνω

[v.]

depositar, dejar

δέχομαι

[v.]

aceptar, recibir

καταλείπω

[v.]

dejar por completo, abandonar

παρίημι

[v.]

dejar; [med.] omitir

παύω

[v.]

detener; [med Intrans] dejar de [+part], cejar en [+gen.], cesar, hacer cesar, poner fin a, terminar, paralizar

δόσις-εως, ἡ

[sust.]

donación

δίδωμι

[v.]

dar, conceder

παρέχω

[v.]

dar, procurar, proporcionar, presentar, ofrecer, conceder

      ἀποθύω [v.] ofrecer

παραδίδωμι

[v.]

dar, entregar

πορίζω

[v.]

procurar

παρατίθημι

[v.]

ofrecer

     

ὑπέχω

[v.] ofrecer

δῶρον-ου, τὸ

[sust.]

don, regalo, obsequio

δωροδοτέω

[v.]

obsequiar

εἰσαγωγή-ῆς, ἡ

[sust.]

admisión

ἀπώθησις-εως, ἡ

[sust.]

repulsa, rechazo

εἰσάγω

[v.]

admitir

σιαίνω

[v.]

repugnar

[v.]

rechazar

δόσις-εως, ἡ

[sust.]

herencia

διατίθημι

[v.]

distribuir, [med.] testar

bienesBienes

χρῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

cosa [pl] bienes, dinero

ὑπάρχοντα τὰ [sust.] [pl] bienes      

νόμισμα-ατος, τὸ

[sust.]

moneda

δραχμή-ῆς, ἡ

[sust.]

dracma

μνά-ᾶς, ἡ

[sust.]

mina (moneda)

ὀβολός-οῦ, ὁ

[sust.]

óbolo

δανεισμός-οῦ, ὁ

[sust.]

préstamo

ὀφειλή-ῆς, ἡ

[sust.]

deuda

δανειστής-οῦ, ὁ

[sust.]

acreedor

δανείζω

[v.]

prestar

ὀφείλω

[v.]

adeudar

κίχρημι

[v.]

prestar; [med.] tomar prestado

ἀπαφορά-ᾶς, ἡ

[sust.]

renta

ἀποφέρω

[v.]

rentar

κέρδος-ους, τὸ

[sust.]

interés, ganancia

ἀποβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

pérdida

εὐργεσία-ας, ἡ

[sust.]

beneficio

κερδαίνω

[v.]

ganar

ἀπόλλυμι

[v.]

perder

πλοῦτος-ου, τὸ

[sust.]

riqueza

ἀπορία-ας, ἡ

[sust.]

falta de salida o recursos, perplejidad, dificultad, pobreza

πλούσιος-α-ον

[adj.]

rico

πένης-ητος, ὁ

[sust.]

pobre

εὔπορος-ον

[adj.]

rico

ἄπορος-ον

[adj.]

sin salida, sin recursos, pobre

πλουτέω

[v.]

ser rico, enriquecerse

ἐπιτήδεια-ας, ἡ

[sust.]

provisiones

δέησις-εως, ἡ

[sust.]

carencia

ἐπισιτίζομαι

[v.]

aprovisionarse

δέω

[v.]

carecer [+gen.]

ἀπορέω

[v.]

no saber, estar en duda, carecer, estar perplejo por [+dat.]

συλλογή-ῆς, ἡ

[sust.]

acopio

[v.]

acopiar

παράδοσις-εως, ἡ

[sust.]

transmisión

παραδίδωμι

[v.]

transmitir

μεταλλαγή-ῆς, ἡ

[sust.]

trueque

μεταλλάττω

[v.]

trocar

pagoPago

φορά-ᾶς, ἡ

[sust.]

pago

μισθοφορά-ᾶς, ἡ

[sust.]

cobro

τίνω

[v.]

pagar

ἀγείρω

[v.]

cobrar

μισθός-οῦ, ὁ

[sust.]

paga, sueldo, alquiler

ἄμισθος-ον

[adj.]

no pagado, sin sueldo

μισθοφόρος-ου, ὁ

[sust.]

mercenario

ἀποδίδωμι

[v.]

pagar

τελέω

[v.]

pagar

μισθοφορέω

[v.]

recibir un sueldo,cobrar

μισθός-οῦ, ὁ

[sust.]

remuneración

μισθοδοτέω

[v.]

remunerar [+dat.]

ἀπόδοσις-εως, ἡ

[sust.]

devolución

ἀνάληψις-εως, ἡ

[sust.]

recuperación

ἀποδῖδωμι

[v.]

devolver

ἀναλαμβάνω

[v.]

recuperar

ἀντίδοσις-εως, ἡ

[sust.]

compensación

ἀνταμείβομαι

[v.]

compensar

γέρας-ως , τὸ

[sust.]

recompensa

ἀμείβω

[v.]

recompensar

ἆθλον-ου, τὸ

[sust.]

premio, galardón

ἔπαθλον-ου, τὸ

[sust.]

premio

βραβεῖον-οὐ, τὸ [sust.] premio      

[v.]

premiar

precioPrecio

ὦνος-ου, ὁ

[sust.]

precio

τιμή-ῆς, ἡ

[sust.]

valor

τίμιος-α-ον

[adj.]

valioso, caro

εὐτελής-ές

[adj.]

barato

ἔντιμος-ον

[adj.]

apreciado

τιμάομαι

[v.]

valer [+gen.]

εὔωνος-ον

[adj.]

barato

προῖκα

[adv.]

gratis

αἴτησις-εως, ἡ

[sust.]

petición

δόσις-εως, ἡ

[sust.]

don, entrega, pago

αἰτέω

[v.]

pedir

παραδίδωμι

[v.]

dar, entregar

δέομαι

[v.]

[+gen.] pedir, necesitar

ἐπιδίδωμι

[v.]

entregar

νομή-ῆς, ἡ

[sust.]

distribución

μερίζω

[v.]

distribuir

νέμω

[v.]

distribuir

αἴτησις-εως, ἡ

[sust.]

exigencia

αἰτέω

[v.]

exigir

δεκασμός-οῦ, ὁ

[sust.]

soborno

δωροδοκέω

[v.]

sobornar

πτωχεία-ας, ἡ

[sust.]

mendicidad

ἐλεημοσύνη-ης, ἡ

[sust.]

limosna

πτωχός-οῦ, ὁ

[adj.]

mendigo

πτωχεύω

[v.]

mendigar

προσαιτέω

[v.]

pedir limosna

posesivosPosesivos

ἐμός-ή-όν

[adj.] [pron.]

mío

σός-ή-όν

[adj.]

tuyo

ἡμέτερος-α-ον

[adj.]

nuestro

ὑμέτερος-α-ον

[adj.]

vuestro