Conocimiento

17.Espacio

Movimiento

Lanzamiento

Subida

Vuelta

Ida

Entrada

Huida




movimientoMovimiento

κίνησις-εως, ἡ 

[sust.]

movimiento

ἀκινησία-ας, ἡ

[sust.]

quietud

ἀκίνητος-ον

[adj.]

quieto

δυσκίνητος-ον

[adj.]

que no se deja mover, lento

κινέω

[v.]

mover

ἡσυχάζω

[v.]

aquietar

βαίνω

[v.]

ir

μένω

[v.]

permanecer, quedarse, esperar, aguardar

ἐλαύνω

[v.]

[trans] conducir [intrans] dirigirse, impulsar, hacer moverse, empujar

περιίσταμαι

[v.]

permanecer en torno a

      καταμένω [v.] quedarse, permanecer

περιμένω

[v.]

aguardar

κυλίω

[v.]

rodar

κυλίνδω [v.] rodar      
           

ἀβεβαιότης-ητος, ἡ

[sust.]

inestabilidad

βεβαιότης-ητος, ἡ

[sust.]

estabilidad

ἀβέβαιος-α-ον

[adj.]

inestable

βέβαιος-α-ον

[adj.]

estable

βεβαιόω

[v.]

estabilizar

ἐποχή-ῆς, ἡ

[sust.]

sujección

ἔνοχος-ον

[adj.]

sujeto [+gen., dat]

ἐπέχω

[v.]

sujetar

ἅπτω

[v.]

sujetar

σπουδή-ῆς, ἡ

[sust.]

prontitud

τριβή-ῆς, ἡ

[sust.]

retardo

προθυμία-ας, ἡ

[sust.]

prontitud

ἀναβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

retardación

ταχύ

[adv.]

pronto

σπεύδω

[v.]

ir deprisa, apresurarse

ἀναβάλλομαι

[v.]

retardar

ὁρμή-ῆς, ἡ

[sust.]

impulso

κάθεξις-εως, ἡ

[sust.]

detención

φορά-ᾶς, ἡ

[sust.]

impulso

πταῖσμα-ατος, τὸ

[sust.]

tropiezo

ὁρμητικός-ή-όν

[sust.]

impulsivo

ὁρμάω

[v.]

impulsar

κατέχω

[v.]

detener

ἐπάγω

[v.]

impulsar

παύω

[v.]

detener

ἐλαύνω

[v.]

impulsar

ἵστημι

[v.]

detener

πταίω

[v.]

tropezar

ἐφίστημι

[v.]

[med.] pararse

lanzamientoLanzamiento

προσβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

lanzamiento

ὁλκή-ῆς, ἡ

[sust.]

tracción

βάλλω

[v.]

arrojar, lanzar, tirar, disparar, tocar

ἕλκω

[v.]

arrastrar

διαβάλλω

[v.]

lanzar a través de, hacer pasar,

παρασύρω

[v.]

arrastrar, llevarse (un río)

ἐμβάλλω

[v.]

lanzar en, arrojar, atacar

ἐφίημι

[v.]

lanzar; [med.] desear [+gen..]

καθίημι [v.] lanzar      

προσβάλλω

[v.]

[+dat. o +πρὸς  +acus.] lanzar, atacar [med.] lanzarse

ὑπερβάλλω [v.] lanzar más allá      

τρίψις-εως, ἡ

[sust.]

frotamiento

ὀλίσθημα-ατος, τὸ

[sust.]

deslizamiento

ἐπίψαυσις-εως, ἡ

[sust.]

roce

ἄλειψις-εως, ἡ

[sust.]

lubrificación

ὀλισθηρός-ά-όν

[adj.]

deslizante

τρίβω

[v.]

frotar, rozar

ὀλισθάνω

[v.]

deslizarse

      ἕρπω [v.] deslizarse, arrastrarse

ἀλείφω

[v.]

lubrificar

τρόπος-ου, ὁ

[sust.]

dirección

ἐκτροπή-ῆς, ἡ

[sust.]

desvío

εὐθύς-εῖα-ύ

[adj.]

recto, directo

περίοδος-ου, ἡ

[sust.]

rodeo

ὀρθός-ή-όν

[adj.]

recto

πλανή-ῆς, ἡ

[sust.]

extravío

βαίνω

[v.]

dirigir

ἐκτρέπω

[v.]

desviar

ἐπιστρέφω

[v.]

volver, dirigir

κυκλόω

[v.]

rodear, envolver

πλάζω

[v.]

extraviar

ἀφίημι

[v.]

extraviar

subidaSubida

ἀνάβασις-εως, ἡ

[sust.]

subida

κατάβασις-εως, ἡ

[sust.]

bajada

κάθοδος-ου, ἡ

[sust.]

bajada, descenso, vuelta, regreso

πτῶμα-ατος, τὸ

[sust.]

caída

πτώσιμος-ον

[adj.]

caído

ἀναβαίνω

[v.]

[+ ἐπὶ +acus.] subir

καταβαίνω

[v.]

bajar

      κατέρχομαι [v.] bajar
     

καταπέτομαι

[v.] bajar volando

ἀνέρχομαι

[v.]

subir, volver

ταπεινόω

[v.]

bajar, humillar

αἴρω

[v.]

elevar

ἔξειμι

[v.]

descender

ἐπιβαίνω

[v.]

subir

πίπτω

[v.]

caer

προχώρησις-εως, ἡ

[sust.]

adelantamiento

παλινοδία-ας, ἡ

[sust.]

retroceso

προχωρέω

[v.]

adelantar

ὑπείκω

[v.]

retroceder

προβαίνω

[v.]

adelantar

φθάνω

[v.]

adelantarse

σύρρησις-εως, ἡ

[sust.]

choque

προέρχομαι

[v.]

avanzar, llegar a, seguir adelante

κρούω

[v.]

chocar

παρέρχομαι

[v.]

pasar al lado, dejar atrás, adelantarse (para hablar)

πλήττω

[v.]

chocar

πρόειμι

[v.]

adelantarse, llegar a

προσβάλλω

[v.]

chocar [+próç + acus.]

προέρχομαι

[v.]

avanzar, llegar a, seguir adelante

σύμπίπτω

[v.]

[+dat.] chocar contra

προάγω

[v.]

llevar adelante, hacer avanzar

συντρίβω

[v.]

chocar, quebrantar

παρατρέχω

[v.]

pasar corriendo

διατριβή-ῆς, ἡ

[sust.]

atraso

ὑπερβαίνω

[v.]

rebasar

διατρίβω

[v.]

atrasar

σύνοδος-ου, ἡ

[sust]

confluencia

σκέδασις-εως, ἡ

[sust.]

dispersión

συμβολή-ῆς, ἡ

[sust]

confluencia

ἀπαλλαγή-ῆς, ἡ

[sust]

apartamiento

σποραδικός-ή-όν

[adj.]

disperso

συνέρχομαι

[v.]

confluir

σκεδάννυμι

[v.]

dispersar

ἀμύνω

[v.]

apartar

ἀφίστημι

[v.]

apartar,

separar:[med.] alejarse

ἀφέλκω

[v.]

apartar

      ἀπαλλάσσω [v.] apartar, alejar

σχίζομαι

[v.]

bifurcarse

vueltaVuelta

περιτροφή-ῆς, ἡ

[sust.]

vuelta

νόστος-ου, ὁ

[sust.]

regreso, retorno al hogar 

τρέπω

[v.]

volver

ἐπανέρχομαι

[v.]

volver, retornar [+ εἰς o πρὸς  +acus.]

νοστέω

[v.]

volver, regresar a casa

ἐπιτρέπω

[v.]

tornar, volverse

ὑποστρέφω

[v.] volverse      

στρέφω

[v.]

volverse, girar, hacer volver

αἰώρησις-εως, ἡ

[sust.]

ondulación, oscilación

σαλεύω

[v.]

oscilar, mecer

τρόμος-ου, ὁ

[sust.]

vibración, temblor

τρέμω

[v.]

vibrar, temblar

κίνησις-εως, ἡ

[sust.]

agitación

ὀχλώδης-ες

[sust.]

agitado

ὀχλέω

[v.]

agitar

ταράσσω

[v.]

agitar

κινέω

[v.]

agitar

σαλεύω

[v.]

agitar

σείω

[v.]

sacudir

ἐκτινάσσω [v.] sacudirse      

idaIda


μεταφορά-ᾶς, ἡ

[sust.]

traslación

βαίνω

[v.]

ir

βαδίζω

[v.]

ir

διέρχομαι

[v.]

ir, venir a través de

ἔρχομαι

[v.]

ir, venir

οἴχομαι

[v.]

ir

ἰέναι

[v.]

ir

προσχωρέω

[v.]

[+dat.] ir hacia

προβαίνω

[v.]

ir delante, seguir

χωρέω

[v.]

ir, venir

περιέρχομαι [v.] ir deambulando de un lado a otro      

ἐπιγίγνομαι

[v.]

venir, suceder

ἥκω

[v.]

llegar, haber llegado, venir

ἀπέρχομαι

[v.]

irse

ἀποχωρέω

[v.]

irse, retirarse

ἀποβαίνω

[v.]

irse

διαβιβάζω

[v.]

trasladar

μετοικέω

[v.]

trasladarse

μετοίκησις-εως, ἡ

[sust.]

cambio, migración

μετοικία-ας, ἡ

[sust.]

migración, mudanza

πλάνος-ον

[adj.]

errante

πλανάω

[v.]

vagar

μεθίστημι

[v.]

mudar; [med.] mudarse

μετοικέω

[v.]

emigrar

περιπάτησις-εως, ἡ

[sust.]

paseo

περιπατέω

[v.]

pasear

ὁδός-οῦ, ἡ

[sust.]

viaje

ὀδοιπόρος-ου, ὁ

[sust.]

viajero

ἀπόδημος-ον

[adj.]

que está fuera, de viaje

πορεύομαι

[v.]

viajar

ὀδοιπορέω

[v.]

viajar

ὀδεύω

[v.]

viajar

πορεύομαι

[v.]

viajar

διαβαίνω

[v.]

transitar, pasar

ὀδός-οῦ, ἡ

[sust.]

camino, vía

γέφυρα-ας, ἡ

[sust.]

puente

ὀδεύω

[v.]

caminar

βαδίζω

[v.]

caminar

διαφέρω

[v.]

transportar

μεταφέρω

[v.]

transportar

entradaEntrada

εἰσοδός-οῦ, τὸ

[sust.]

entrada

ἔξοδος-ου, ὁ

[sust.]

salida

πρόσβασις-εως, ἡ

[sust.]

acceso, entrada

ἐκβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

salida, desembocadura

      ἄνοδος-ον [adj.] sin salida

εἰσβαίνω

[v.]

entrar en, εἰς ναῦν εἰσβαίνω embarcar

ἐκβαίνω

[v.]

salir ἐκβαίνε ἐκ τῆς νέως desembarcar

εἴσειμι

[v.]

entrar en, introducirse

ἐξίημι

[v.]

hacer salir [intr.] echarse

εἰσέρχομαι

[v.]

[+εἰς  +acus.] entrar

ἐξέρχομαι

[v.]

[+ἐκ +gen.] salir de 

      ἀπαλλάσσω [v.] salir de [+gen.]

ἐμβαίνω

[v.]

entrar, meterse, embarcarse

ἐκφέρω

[v.]

sacar

εἰσάγω

[v.]

introducir, meter

εἰσηγέομαι

[v.]

[+dat.] introducir

ἐνδύω [v.] penetrar      

ἐπάγω

[v.]

conducir contra, introducir

ταρακτικός-ή-όν [adj.] mequetrefe, enredador      

ἀπαλλαγή-ῆς, ἡ

[sust.]

partida

ἄφιξις-εως, ἡ

[sust.]

llegada

βασις-εως, ἡ

[sust.]

marcha

κάθοδος-ου, ἡ

[sust.]

regreso

ἀπέρχομαι

[v.]

partir

ἀφικνέομαι

[v.]

llegar [+ εἰς  +acus.]

ἀποβαίνω

[v.]

partir

παραγίγνομαι

[v.]

llegar

πορεύομαι

[v.]

marchar

φθάνω

[v.]

llegar antes a, anticiparse en, adelantarse

ἐλαύνω

[v.]

marchar

νοστέω

[v.]

regresar

μεθίημι

[v.]

dejar pasar, dejar marchar

κατέρχομαι

[v.]

regresar

ἀπέρχομαι

[v.]

marcharse

κάτειμι

[v.]

regresar

οἴχομαι

[v.]

marcharse

ἐπανέρχομαι

[v.]

regresar

ἐπάνειμι

[v.]

regresar

προσβαίνω

[v.]

aproximarse

huidaHuida

φυγή-ῆς, ἡ

[sust.]

huida

δίωξις-εως, ἡ

[sust.]

persecución

ἀποδιδράσκω

[v.]

huir corriendo

διώκω

[v.]

perseguir, acosar

ἀποφεύγω

[v.]

huir, escaparse, librarse

ἐκφεύγω

[v.]

huir

φεύγω

[v.]

huir, escapar

διακρούω [v.] [med.] escapar de      

βαδισμός-οῦ, ὁ

[sust.]

andadura

βιβάζω

[v.]

hacer andar

βαίνω

[v.]

andar

πάροδος-ου, ἡ

[sust.]

paso

πήδημα-ατος, τὸ

[sust.]

salto

πηδάω

[v.]

saltar

ἀνατρέχω

[v.] saltar      

δεόμος-ου, ὁ

[sust.]

carrera

τρέχω

[v.]

correr

θέω

[v.]

correr

χόρος-ου, ὁ

[sust.]

danza

χορεύω

[v.]

danzar

ὀρχέομαι

[v.] danzar, bailar      
σκιρτάω [v.] danzar, saltar, brincar      
ἄλλομαι [v.] saltar fuera      

πώτημα-ατος, τὸ

[sust.]

vuelo

πέτομαι

[v.]

volar

νηκτόν-οῦ, τὸ

[sust.]

natación

νήχω

[v.]

nadar