HOMBRE

Como Ser Vivo

12.Medicina

Enfermedad

Discapacidad

Muerte

Medicina



enfermedadEnfermedad

ἀσθενεία-ας, ἡ

[sust.]

enfermedad

ὑγίεια-ας, ἡ

[sust.]

salud

νόσος-ου, ὁ

[sust.]

enfermedad, plaga

πάθος-ους, τὸ

[sust.]

sufrimiento

ἄλγος-ους, τὸ

[sust.]

dolor

ἀσθενής-ές

[adj.]

débil, enfermo

ὑγιής-ές

[adj.]

sano

ἀλγεινός-ή-όν

[adj.]

doloroso

νοσέω

[v.]

enfermar, estar enfermo, sufrir

ὑγιεινός-ή-όν

[adj.]

salubre

κάμνω [v.] enfermar      

ἀλγέω

[v.]

tener dolor

ἄνοσος-ον

[adj.]

sano

πάσχω

[v.]

sufrir, experimentar

ὑγιαίνω

[v.]

tener buena salud

κατάρρους-ου, ὁ

[sust.]

resfriado

λειποψυξία-ας, ἡ

[sust.]

desmayo

σκατοδινία-ας, ἡ

[sust.]

mareo

σπάσμος-ου, ὁ

[sust.]

convulsión

ἄμβλυσις-εως, ἡ

[sust.]

entumecimiento

παραλύσις-εως, ἡ

[sust.]

parálisis

μετάδοσις-εως, ἡ

[sust.]

contagio

λοιμός-οῦ, ὁ

[sust.]

infección

πυρετός-οῦ, ὁ

[sust.]

fiebre

φλόγωσις-εως, ἡ

[sust.]

inflamación

οἴδημα-ατος, τὸ

[sust.]

hinchazón

πύωσις-εως, ἡ

[sust.]

supuración

πύον-ου, τὸ

[sust.]

pus

παραλλυτικός-ή-όν

[adj.]

paralítico

λοιμώδης-ες

[adj.]

contagioso, infeccioso

ὀγκώδης-ες

[adj.]

inflamado

διοιδής-ές

[adj.]

hinchado

ἔμπυος-ον

[adj.]

supurante

ἀμβλύνω

[v.]

entumecer

παύω

[v.]

paralizar

ἀναπίμπλημι

[v.]

contagiar [+ gen.]

μολύνω

[v.]

infectar

πυρέσσω

[v.]

tener fiebre

φλέγω

[v.]

inflamar

οἰδέω

[v.]

hinchar

ὀγκόω [v.] hinchar      

ἐμπυόομαι

[v.]

supurar

ὄγκος-ου, ὁ

[sust.]

masa, tumor

λέπρα-ας, ἡ

[sust.]

lepra

ἔλκος-ους, τὸ

[sust.]

úlcera, llaga

τραῦμα-ατος, τὸ

[sust.]

herida

τραυματίας-ου, ὁ

[sust.]

herido

οὐλή-ῆς, ἡ

[sust.]

cicatriz

ἐλκόω

[v.]

llagar

βλάπτω

[v.]

herir

τραυματίζω

[v.]

herir

παίω

[v.]

golpear, pegar, herir

πλήττω

[v.]

pegar, herir

κατουλόω

[v.]

cicatrizar

ψώρα-ας, ἡ

[sust.]

sarna

φάρμακον-ου, τὸ

[sust.]

veneno

δηλητηριώδης-ες

[adj.]

venenoso

φαρμακεύω

[v.]

envenenar

μανία-ας, ἡ

[sust.]

locura

μανικός-ή-όν

[adj.]

loco

ἐκμαίνω

[v.]

enloquecer

discapacidadDiscapacidad

δυσμορφία-ας, ἡ

[sust.]

discapacidad

κύφωμα-ατος, τὸ

[sust.]

joroba

χωλεία-ας, ἡ

[sust.]

cojera

κωφότης-ητος, ἡ

[sust.]

sordera

δυσμόρφος-ον

[adj.]

deforme

μονόχειρ-ειρος

[adj.]

manco

σκαλενός-ή-όν

[adj.]

cojo

τυφλός-ή-όν

[adj.]

ciego

κωφός-ή-όν

[adj.]

sordo

χωλεύω

[v.]

cojear

τυφλόω

[v.]

cegar

τραῦμα-ατος, τὸ

[sust.]

lesión

κμῆσις-εως, ἡ

[sust.]

arañazo

τύπος-ου, ὁ

[sust.]

golpe

πνίγμα-ατος, τὸ

[sust.]

asfixia

ἀνάπηρος-ον

[adj.]

tullido

κεντέω

[v.]

pinchar

κνάω

[v.]

arañar

δάκνω

[v.]

morder

τύπτω

[v.]

golpear

πνίγω

[v.]

asfixiar

muerteMuerte

θάνατος-ου, ὁ

[sust.]

muerte

βίος-ου, ὁ

[sust.]

vida

νεκρός-οῦ, ὁ

[sust.]

cadáver, muerto

τελευτή-ῆς, ἡ

[sust.]

fin

τελος-ους, τὸ

[sust.]

fin

τάφος-ου, ὁ

[sust.]

funeral,entierro, sepulcro

ταφή-ῆς, ἡ [sust.] funeral, entierro, sepulcro      

θνητός-ή-όν

[adj.]

mortal

ἔμψυχος-ον

[adj.]

animado, vivo

θνῄσκω

[v.]

morir [perf] estar muerto

βιοτεύω

[v.]

vivir

τελευτάω

[v.]

acabar, llegar al final, morir, finalizar

βιόω

[v.]

vivir

ὄλλυμι

[v.]

perecer

ζάω

[v.]

vivir

ἀποκτείνω

[v.]

matar

ἀναιρέω [v.] matar      

κεῖμαι

[v.]

yacer

μαραίνω

[v.]

consumir

θάπτω

[v.]

enterrar, sepultar

τέλος

[adv.]

finalmente

medicinaMedicina

ἰατρολογία-ας, ἡ

[sust.]

medicina

ἰατρός-οῦ, ὁ

[sust.]

médico

χειρουργία-ας, ἡ

[sust.]

cirugía

φάρμακον-ου, τὸ

[sust.]

remedio, medicamento, droga, veneno, bebedizo

θεραπεία-ας, ἡ

[sust.]

cuidado, curación

θεράπων-οντος, ὁ

[sust.]

servidor, cuidador

ἀναισθησία-ας, ἡ

[sust.]

anestesia

καθαριότης-ητος, ἡ

[sust.]

higiene

λοῦσις-εως, ἡ

[sust.]

baño

ἰατρικός-ή-όν

[adj.]

propio del médico, medicinal, curativo

ἀκέομαι

[v.]

curar

θεραπεύω

[v.]

curar, cuidar

ἰατρεύω

[v.]

curar, sanar

καταφαρμακεύω

[v.]

drogar