Instituciones

28.Derecho y Justicia

Ley

Persona

Delito

Tribunal

Castigos





leyLey

νόμος-ου, ὁ

[sust.]

ley

ἀνομία-ας, ἡ

[sust.]

falta de leyes

ῥήτρα-ας, ἡ

[sust.]

ley [verbal], retra

θέμις-ιστος, ἡ

[sust.]

ley natural, derecho, ley; θέμις ἐστιν  es justo

εὐνομία-ας, ἡ

[sust.]

buena ley, legalidad

εὐεξία-ας, ἡ

[sust.]

constitución

νόμιμος-ον

[adj.]

legal, legítimo

ἄνομος-ον

[adj.]

ilegal

αὐτόνομος-ον

[adj.]

independiente, autónomo

ἦθος-ους, τὸ

[sust.]

carácter, costumbre

ἔνος-ους, τὸ

[sust.]

costumbre, uso

χρεία-ας, ἡ

[sust.]

uso, empleo, utilización, cargo, servicio

ἀχρησία-ας, ἡ

[sust.]

desuso

τρυχερός-ά-όν

[adj.]

usado

ἀσυνήθης-ες

[adj.]

desusado

νομίζω

[v.]

pensar, juzgar, acostumbrar, creer, considerar

χράομαι

[v.]

[+dat.] usar, utilizar, consultar (un oráculo)

προτέρημα-ατος, τὸ

[sust.]

privilegio

δίκη-ης, ἡ

[sust.]

justicia

ὕπατος-ου, ὁ

[sust.]

cónsul

πολιτεία-ας, ἡ

[sust.]

ciudadanía

πολίτης-ου, ὁ

[sust.]

ciudadano

πολῖτις-ιδος, ἡ

[sust.]

ciudadana

ἀστός-οῦ, ὁ

[sust.]

ciudadano

ἀστικός-ή-όν

[adj.]

ciudadano, de la ciudad

ἀστός-οῦ, ὁ

[sust.]

ciudadano

πολιτικός-ή-όν

[adj.]

ciudadano, cívico, político, referente al Estado

ἀστικός-ή-όν

[adj.]

ciudadano, de la ciudad

πολιτεύω

[v.]

ser ciudadano, gobernar

Ἕλλην-ηνος, ὁ

[sust.]

griego 

βάρβαρος-ου, ὁ

[sust.]

bárbaro, extranjero, no griego

ἑλληνικός-ή-όν

[adj.]

griego

πόλεμος-ου, ὁ

[sust.]

guerra

εἰρήνη-ης, ἡ

[sust.]

paz

πολεμικός-ή-όν

[adj.]

de guerra, belicoso

εἰρηνικός-ή-όν

[adj.]

pacífico

πολέμιος-α-ον

[adj.]

hostil, belicoso; enemigo

ἀμάχετος-ον

[adj.]

pacífico

πολεμέω

[v.]

luchar, guerrear, hacer la guerra

εἰρηνεύω

[v.]

vivir en paz

ἀγωνίζομαι

[v.]

contender, luchar

σπονδαί-ῶν, αἱ

[sust.]

pacto, tratado de paz; spondàç poioûmai firmar un tratado de paz

πρέσβυς-εως, ὁ

[sust.]

anciano, viejo, embajador; présbeiç-ewn, oi(( embajadores

συνθήκη-ης, ἡ

[sust.]

tratado

      παρασπονδέω [v.] violar un tratado

personaPersona

ἀνθρωπος-ου, ὁ

[sust.]

ser humano, hombre

ἀνήρ-ἀνδρός, ὁ

[sust.]

varón, hombre, esposo

γυνή-γυναικός, ἡ

[sust.]

mujer, esposa

ἀνδρεῖος-α-ον

[adj.]

varonil, valiente, valeroso

ἀνθρώπειος-α-ον

[adj.]

humano

γυνακεῖος-α-ον

[adj.]

de mujer, mujeril

γένεσις-εως, ἡ

[sust.]

origen, nacimiento

τόκος-ου, ο

[sust.]

parto, nacimiento

γένος-ους, τὸ

[sust.]

linaje, nacimiento, clase, género, especie

βρέφος-εος, τὸ [sust.] recién nacido      

γίγνομαι

[v.]

llegar a ser, ser, nacer, convertirse en, suceder, ocurrir, originarse

φύω

[v.]

nacer

γείνομαι

[v.]

nacer

σπαργανόω

[v.] envolver en pañales      

ἡλικία-ας, ἡ

[sust.]

edad

θάνατος-ου, ὁ

[sust.]

muerte

γάμος-ου, ὁ

[sust.]

matrimonio, unión, casamiento

ἀπόπεμψις-εως, ἡ

[sust.]

divorcio, despedida

γένος-ους, τὸ

[sust.]

familia

εἰσποίησις-εως, ἡ

[sust.]

adopción

ἐπιτροπεία-ας, ἡ

[sust.]

tutela

συγγραφή-ῆς, ἡ

[sust.]

contrato

συμβάλλω

[v.]

contratar

λόγοι-ων, οἱ

[sust.]

requisito

ἐγγυή-ῆς, ἡ

[sust.]

garantía

ἐγγυάομαι

[v.]

garantizar

κατεγγύησις-εως, ἡ

[sust.]

embargo

κατεγγυάω

[v.]

embargar

γράμμα-ατος, τὸ

[sust.]

documento

χρῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

cosa [pl] bienes, dinero

ὑπάρχοντα τὰ [sust.] [pl] bienes      

παρανόνημα-ατος, τὸ

[sust.]

infracción

παραβαίνω

[v.]

infringir

αἰτία-ας, ἡ

[sust.]

acusación, causa, culpa

αἰτίον-ου, τὸ

[sust.]

culpa

αἴτιος-α-ον

[adj.]

culpable,causante, responsable [+gen..]

ἀναίτιος-ον

[adj.]

inocente [+gen.]

αἰτιάομαι

[v.]

acusar, culpar

διαβάλλω

[v.]

acusar, calumniar

delitoDelito

παρανόνημα-ατος, τὸ

[sust.]

delito

παρανομέω

[v.]

delinquir

προδοσία-ας, ἡ

[sust.]

traición

προδότης-ου, ὁ

[sust.]

traidor

προδίδωμι

[v.]

traicionar

λῃστήρ-ῆρος, ὁ

[sust.]

pirata

λῃστεία-ας, ἡ

[sust.]

piratería

λῃστεύω

[v.]

piratear

δεκασμός-οῦ, ὁ

[sust.]

soborno

δωροδοκέω

[v.]

sobornar

βεβήλωσις-εως, ἡ

[sust.]

profanación

ἀνόσιος-ον

[adj.]

profano

ἀσεβής-ές

[adj.]

profano

βεβηλόω

[v.]

profanar

μίαινω

[v.]

profanar

χραίνω

[v.]

profanar

βλασφημία-ας, ἡ

[sust.]

blasfemia

βλασφήμος-ον

[adj.]

blasfemo

βλασφημέω

[v.]

blasfemar

ἀπόστασις-εως, ἡ

[sust.]

rebelión

ἀποστάτης-ες

[adj.]

rebelde

ἀφίσταμαι

[v.]

rebelarse [+gen.]

πλάσμα-ατος, τὸ

[sust.]

falsificación

ψευδής-ές

[adj.]

falso

κιβδηλεύω

[v.]

falsificar

ἐπιορκία-ας, ἡ

[sust.]

perjurio

ἐπίορκος-ον

[adj.]

perjuro

ἐπιορκέω

[v.]

perjurar

φόνος-ου, ὁ

[sust.]

asesinato

φονεύς-εως, ὁ

[sust.]

asesino

φονεύω

[v.]

matar

ἀποκτείνω

[v.]

matar

κτείνω

[v.]

matar

διαφθείρω

[v.]

matar

ἀναιρέω [v.] matar      
           

πρόκλησις-εως, ἡ

[sust.]

desafío

προκαλέομαι

[v.]

desafiar

μοιχεία-ας, ἡ

[sust.]

adulterio

μοιχός-οῦ, ὁ

[sust.]

adúltero

μοιχαλίς-ίδος, ἡ

[sust.]

adúltera

μοιχάω

[v.]

inducir al adulterio, seducir

ὕβρις-εως, ἡ

[sust.]

violación

ὑβριστής-ου, ὁ

[sust.]

violador

ὑβρίζω

[v.]

violar

ἀρπαγή-ῆς, ἡ

[sust.]

rapto

ἁρπάζω

[v.]

raptar

διαβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

calumnia

βάσκανος-ου, ὁ

[sust.]

calumniador

διαβάλλω

[v.]

calumniar

ὕβρις-εως, ἡ

[sust.]

orgullo, insolencia, soberbia, impertinencia, ofensa

ἐλέγχω

[v.]

insultar, injuriar

λοβάομαι

[v.]

injuriar

λοιδορέω

[v.]

injuriar, ultrajar, censurar, abusar [+acus.]

ὑβρίζω

[v.]

ser soberbio, injuriar, ofender

κλοπή-ῆς, ἡ

[sust.]

robo

κλέπτης-ου, ὁ

[sust.]

ladrón

φώρ-φωρος, ὁ

[sust.]

ladrón

κλεψιμαῖος-α-ον

[adj.]

robado

ἁρπάζω

[v.]

quitar, arrebatar

περιαιρέω

[v.] quitar, despojar      

κλέπτω

[v.]

robar

συλάω

[v.]

robar

ἀναρπάζω [v.] arrebatar      

παράκλουσις-εως, ἡ

[sust.]

estafa

παρακλουστικός-ή-όν

[sust.]

estafador

παρακρούομαι

[v.]

estafar

τοκοσμός-οῦ, ὁ

[sust.]

usura

τοκιστής-οῦ, ὀσμός-οῦ, ὁ

[sust.]

usurero

τοκίζω

[v.]

practicar la usura

tribunalTribunal

δικαιοσύνη-ης, ἡ

[sust.]

justicia

δίκη-ης, ἡ

[sust.]

justicia

ἀδικία-ας, ἡ

[sust.]

injusticia

δίκαιος-α-ον

[adj.]

justo

ἄδικος-ον

[adj.]

injusto

ἄνισος-ον

[adj.]

inicuo

δικαιόω

[v.]

tener por justo

ἀδικέω

[v.]

cometer injusticia, delinquir

κῦρος-ους, τὸ

[sust.]

jurisdicción

κρίσις-εως, ἡ

[sust.]

juicio

δικαστήριον-ου, τὸ

[sust.]

tribunal de justicia

δικαστής-ου, ὁ

[sust.]

juez

κριτής-οῦ, ὁ

[sust.]

juez

ἀντίδικος-ου, ὁ

[sust.]

adversario en juicio, contendiente

ἡλιαστής-οῦ, ὁ

[sust.]

heliasta

κατήγορος-ου, ὁ

[sust.]

acusador

ἀπολογία-ας, ἡ

[sust.]

apología, defensa

γραφή-ῆς, ἡ

[sust.]

acusación

κατηγορία-ας, ἡ

[sust.]

acusación, reproche

λογογραφεύς-εως, ἡ

[sust.]

logógrafo

κρίνω

[v.]

juzgar

δικάζω

[v.]

juzgar, ser juez

κατηγορέω

[v.]

acusar

ἀντιλέγω

[v.]

responder en un juicio

ἀπολύω

[v.]

absolver

ἀποφεύγω

[v.]

ser absuelto

ἀποδικέω

[v.]

defenderse en un juicio

λογογραφέω

[v.]

ejercer de logógrafo

μαρτυρία-ας, ἡ

[sust.]

testimonio

μάρτυς-υρος, ὁ

[sust.]

testigo

μαρτυρέω

[v.]

testimoniar, ser testigo

δήλωσις-εως, ἡ

[sust.]

manifestación, prueba

τεκμήριον-ου, τὸ

[sust.]

prueba (de un juicio)

δίκη-ης, ἡ

[sust.]

sentencia

δικάζω

[v.]

sentenciar

πρόσκλησις-εως, ἡ

[sust.]

apelación

προσκαλέω

[v.]

apelar

castigoCastigos

τιμωρία-ας, ἡ

[sust.]

castigo

     
κόλασις-εως, ἡ [sust.] castigo      

νήποινος-ον

[adj.]

impune

ἄφεσις-εως, ἡ

[sust.]

exculpación

ἀφίημι

[v.]

exculpar

τίσις-εως, ἡ

[sust.]

expiación

τίνω

[v.]

expiación

ζημία-ας, ἡ

[sust.]

multa,castigo

ζημιόω

[v.]

castigar, multar

φυγή-ῆς, ἡ

[sust.]

destierro

ἐκβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

destierro

ὀστρακίζω

[v.]

desterrar

φυγαδεύω

[v.]

desterrar

δεσμωτήριον-ου, τὸ

[sust.]

cárcel

αἰχμάλοτος-ου, ὁ

[sust.]

prisionero

δεσμώτης-ου, ὁ

[sust.]

preso

δέσμα-ατος, τὸ

[sust.]

cadena, lazo

δεσμεύω

[v.]

encadenar

δεσμέω

[v.]

atar, encarcelar

καθείργω

[v.] encarcelar      

δεσμόω

[v.]

encadenar

δέω

[v.]

atar

ἑνδεκα

[num.]

once; οἱ ἕνδεκα los Once (magistrados de prisiones)

συλλαμβάνω

[v.]

arrestar

ἀπάγω

[v.]

capturar

ἀφέλκω

[v.]

apresar, arrestar

ἀπειλέω

[v.]

llevar, reducir

βάσανος-ου, ὁ

[sust.]

tormento, martirio

βασανίζω

[v.]

atormentar, martirizar

μαστιγόω

[v.]

azotar

κολάζω

[v.]

[y med.] castigar

φάρμακον-ου, τὸ

[sust.]

veneno

κώνειον-ου, τὸ

[sust.]

cicuta

φαρμεκεύω

[v.]

envenenar

θάνατος-ου, ὁ

[sust.]

muerte

θανατόω

[v.]

ajusticiar