Conocimiento

20.Inteligencia

Juicio

Distinción

Utilidad

Validez

Bondad

Belleza

Estimación

Alabanza

Fama





juicioJuicio

κρίσις-εως, ἡ

[sust.]

decisión, juicio

προδόξασις-εως, ἡ

[sust.]

prejuicio

γνώμη-ης, ἡ

[sust.]

opinión, juicio,entendimiento, sentencia τίνα γνώμην ἔχεις ¿qué piensas?

κρίνω

[v.]

juzgar

προγιγνώσκω

[v.]

prejuzgar

νομίζω

[v.]

pensar, juzgar, acostumbrar, creer, considerar

δοκιμάζω

[v.]

examinar, someter a prueba, juzgar

γιγνώσκω

[v.]

conocer, saber ὀρθῶς γιγνώσκω  juzgo bien

φράζω

[v.]

[med y aor pas con sentido medio] considerar

ἀποβλέπω

[v.]

mirar desde, considerar

διανοέομαι

[v.]

tener en el pensamiento, considerar

ἡγεόμαι

[v.]

considerar

μεταγιγνώσκω

[v.]

cambiar de opinión

δοκεῖ

[v.]

[+dat.. e inf.] parece bien δοκεῖ μοι me parece bien, creo ἔδοξεν αὐτῷ le parece, cree ὡς δοκεῖ según parece

δοκέω

[v.]

parecer

κριτική-ῆς, ἡ

[sust.]

crítica

κριτικός-ής-όν

[adj.]

crítico

μέμφομαι

[v.]

criticar, censurar

παραβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

comparación

παράδειξις-εως, ἡ

[sust.]

comparación

ὁμοιόω

[v.]

comparar [+dat.]

παραδείκνυμι

[v.]

comparar [+dat.]

σχέσις-εως, ἡ

[sust.]

relación

ἀναφορικός-ή-όν

[adj.]

relativo

ὅλος-η-ον

[adj.]

absoluto

σχετικός-ής-όν

[adj.]

relativo

ἐπιβάλλω

[v.]

concernir [+acus.]

προσήκει

[v.]

concernir [+gen. + dat.]

ὅλως

[adv.]

absolutamente

distincionDistinción

διαίρεσις-εως, ἡ

[sust.]

distinción (diferenciación)

ἀκρισία-ας, ἡ

[sust.]

confusión

κρίνω

[v.]

distinguir

ταράττω

[v.]

confundir

διακρίνω

[v.]

distinguir

ἐκπλήσσω

[v.]

confundir

ὀφλισκάνω [v.] merecer      

βουλή-ῆς, ἡ

[sust.]

determinación

δεδόγμενος-η-ον

[partic.]

determinado (decidido)

ἀόριστος-ον

[adj.]

indeterminado

βουλεύω

[v.]

determinar

δοανοέομαι

[v.]

determinar

μέτρον-ου, τὸ

[sust.]

medida, mesura, dimensión

βαθμός-οῦ, ὁ

[sust.]

grado

ἰσχύς-ύος, ἡ

[sust.]

intensidad

ἀκριβεία-ας, ἡ

[sust.]

exactitud

ἀκριβής-ές

[adj.]

exacto

ἀκριβῶς

[adv.]

con exactitud, exactamente

πρόσοδος-ου, ἡ

[sust.]

aproximación

utilidadUtilidad

ὠφελεία-ας, ἡ

[sust.]

utilidad

ἀχρηστία-ας, ἡ

[sust.]

ínutilidad

χρήσιμος-η-ον

[adj.]

útil

ἄχρηστος-ον

[adj.]

inútil

χρηστός-ή-όν

[adj.]

útil

μάταιος-α-ον

[adj.]

inútil

ὠφέλιμος-ον

[adj.]

útil

ἀχρεῖος-ον

[adj.]

inútil

ἐπιτήδειος-α-ον

[adj.]

útil

ψυχρός-ά-όν

[adj.]

estéril, inútil

πρόσφορος-ον [adj.] útil      

ὠφελέω

[v.]

ayudar, ser útil

πηρόω

[v.]

inutilizar

συνεργέω

[v.] ayudar      

ἀναγκαῖος-α-ον

[adj.]

obligatorio, necesario, esencial, indispensable

πλεοναστός-ή-όν

[adj.]

superfluo

περισσός-ή-όν

[adj.]

superfluo

ἀναγκαῖον [ἐστιν]

[v.]

es obligatorio, es necesario

ἀξία-ας, ἡ

[sust.]

importancia

ματαιότης-ητος, ἡ

[sust.]

futilidad

ἄξιος-α-ον

[adj.]

importante

κενός-ή-όν

[adj.]

futil

μάταιος-α-ον

[adj.]

futil

ἀξιόω

[v.]

juzgar importante

κακία-ας, ἡ

[sust.]

maldad, vileza

καταφρόνημα-ατος, τὸ

[sust.]

desprecio

πανουιργία-ας, ἡ

[sust.]

perfidia

κακοπραγμοσύνη-ης, ἡ

[sust.]

perfidia

πονηρία-ας, ἡ

[sust.]

maldad

κακός-ή-όν

[adj.]

malo, vil

φαῦλος-η-ον

[adj.]

vil

πονηρός-ά-όν

[adj.]

malo, cobarde, malvado

καταφρόνητος-ον

[adj.]

despreciable

ἀνάξιος-ον

[adj.]

indigno, despreciable

ἀτιμάζω

[v.]

envilecer

καταφρονέω

[v.]

despreciar [+gen.]

ταπεινόω

[v.]

humillar

validezValidez

κῦρος-ους, τὸ

[sust.]

validez, vigencia

ἀδυναμία-ας, ἡ

[sust.]

nulidad

κύριος-α-ον

[adj.]

válido

ἄκυρος-ον

[adj.]

nulo

ἀκυρόω

[v.]

anular

βαρύς-εῖα-ύ

[adj.]

grave

λεπτός-ή-όν

[adj.]

leve

καιρός-οῦ, ὁ

[sust.]

momento, circunstancia, momento oportuno, ocasión

εὔκαρος-ον

[adj.]

oportuno

ἄκαιρος-ον

[adj.]

inoportuno

εἰς καιρόν

[expr.]

en el momento oportuno  

σπουδή-ῆς, ἡ

[sust.]

urgencia

σπουδῇ

[adv.]

urgentemente

ἐπικελεύω

[v.]

urgir

ὦνος-ου, ὁ

[sust.]

precio

τιμή-ῆς, ἡ

[sust.]

valor

τίμιος-α-ον

[adj.]

valioso, caro

εὐτελής-ές

[adj.]

barato

ἔντιμος-ον

[adj.]

apreciado

τιμάομαι

[v.]

valer [+gen.]

εὔωνος-ον

[adj.]

barato

προῖκα

[adv.]

gratis

bondadBondad

εὐθυμία-ας, ἡ

[sust.]

bondad

κακία-ας, ἡ

[sust.]

maldad, vileza

ἀγαθός-ή-όν

[adj.]

bueno

κακός-ή-όν

[adj.]

malo

εὐμενής-ές

[adj.]

bondadoso, bueno

βλαβερός-ά-όν

[adj.]

perjudicial

εὔθυμος-ον

[adj.]

bueno

φιλάνθρωπος-ον

[adj.]

amigo de los hombres, bondadoso

εὐήθης-ες

[adj.]

bondadoso

εὐεργέτης-ου, ὁ

[sust.]

bienhechor

ἐξοχή-ῆς, ἡ

[sust.]

excelencia

ἄριστος-η-ον

[adj.]

excelente

ἔξοχος-ον

[adj.]

excelente

ἀνώτερος-α-ον

[adj.]

superior

κατώτερος-α-ον

[adj.]

inferior

περίειμι

[v.]

ser superior

συντελεία-ας, ἡ

[sust.]

perfección

τέλειος-α-ον

[adj.]

perfecto

ἀτελής-ές

[adj.]

imperfecto

τελειόω

[v.]

perfeccionar

bellezaBelleza

κάλλος-ους, τὸ

[sust.]

hermosura, belleza

αἶσχος-ους, τὸ

[sust.]

fealdad

ἀμορφία-ας, ἡ

[sust.]

fealdad

καλός-ή-όν

[adj.]

bello, hermoso

αἰσχρός-ά-όν

[adj.]

feo

ἄμορφος-ον

[adj.]

feo

δυσειδής-ές

[adj.]

feo

ἀγάλλω

[v.]

embellecer

κοσμέω

[v.]

embellecer

εὐπρεπεία-ας, ἡ

[sust.]

elegancia

ἀτοπία-ας, ἡ

[sust.]

extravagancia

γελοιότης-ητος, ἡ

[sust.]

ridiculez

εἰρωνεία-ας, ἡ

[sust.]

ironía

εὐπρεπής-ές

[adj.]

elegante

ἄτοπος-ον

[adj.]

extravagante

γελοῖος-α-ον

[adj.]

ridículo

estimacionEstimación

καταφρόνησις-εως, ἡ

[sust.]

desprecio, desdén

καταφρόνημα-ατος, τὸ

[sust.]

desdén, altivez

τίμιος-α-ον

[adj.]

estimado

καταφρόνητος-ον

[adj.]

despreciable

δόκιμος-ον

[adj.]

estimado, reputado

ἀνάξιος-ον

[adj.]

indigno, despreciable

καταφρονέω

[v.]

despreciar [+gen.]

καταίνεσις-εως, ἡ

[sust.]

aprobación

καταινέω

[v.]

aprobar

μέμφομαι

[v.]

reprobar

      ὀνειδίζω [v.] reprochar

θρυλέω

[v.]

murmurar

alabanzaAlabanza

ἔπαινος-ου, ὁ

[sust.]

elogio, alabanza

μέμψις-εως, ἡ

[sust.]

reprensión

ἐγκώμιον-ου, τὸ

[sust.]

encomio, elogio

ἐπίπληξις-εως, ἡ

[sust.]

reprimenda

ἐπαινέω

[v.]

alabar

μέμφομαι

[v.]

reprender

ἐγκομιάζω

[v.]

celebrar, alabar

ὑψόω

[v.]

elevar, ensalzar

γέρας-ως τὸ

[sust.]

recompensa

ἆθλον-ου, τὸ

[sust.]

premio, galardón

ζημία-ας, ἡ

[sust.]

multa,castigo

      κόλασις-εως, ἡ [sust.] castigo

ἔπαθλον-ου, τὸ

[sust.]

premio

ζημιόω

[v.]

castigar, multar

βραβεῖον-οὐ, τὸ [sust.] premio      

ἀμείβομαι

[v.]

recompensar

κολάζω

[v.]

[y med.] castigar

γεραίνω

[v.]

premiar

famaFama

δόξα-ης, ἡ

[sust.]

fama

ἀδοξία-ας, ἡ

[sust.]

mala reputación, infamia

εὔκλεια-ας, ἡ

[sust.]

fama, buen nombre

εὐδοξία-ας, ἡ

[sust.]

buena opinión, honra

εὔδοξος-ον

[sust.]

famoso

ἀδοξος-ον

[adj.]

sin gloria, despreciable

ἔνδοξος-ον

[adj.]

ilustre, famoso

ἀνάξιος-ον

[adj.]

indigno, despreciable

κλεινός-ή-όν

[adj.]

famoso, ilustre

μιαρός-ά-όν

[adj.]

infame

ἀξιόλογος-ον

[adj.]

digno de mención, famoso

ὀνομαστός-ή-όν

[adj.]

que se puede nombrar, famoso

ἀξία-ας, ἡ

[sust.]

valor, mérito, dignidad

ἀτιμί α-ας, ἡ

[sust.]

deshonor, deshonra

τιμή-ῆς, ἡ

[sust.]

honra, honor, dignidad, cargo

τιμητέος-α-ον

[adj.]

que debe honrarse

ἄξιος-α-ον

[adj.]

[+gen..] dígno de, merecedor de

ἄτιμος-ον

[adj.]

índigno

ἀξιόω

[v.]

juzgar digno

ἀτιμάζω

[v.]

deshonrar, ultrajar

τίω

[v.]

honrar

τιμάω

[v.]

honrar

κλῄζω [v.] honrar, celebrar      

ἀρετή-ῆς, ἡ

[sust.]

valor, virtud, mérito

κακία-ας, ἡ

[sust.]

vicio

ὄφελος-ους, τὸ

[sust.]

beneficio

πῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

daño