UNIVERSO

Mundo Inorgánico

5.Geología

Geología

Minerales





geologiaGeología

πέτρα-ας, ἡ

[sust.]

roca

κρημνός-οῦ, ὁ

[sust.]

risco

πηλός-οῦ, ὁ

[sust.]

arcilla

κονία-ας, ἡ

[sust.]

cal

ψάμνον-ου, ὁ

[sust.]

arena

πέτρα-ας, ἡ

[sust.]

piedra

πέτρος-ου, ὁ [sust.] piedra, roca      

χοιράς-άδος, ἡ

[sust.]

peña

λιθοτομίαι-ων, αἱ

[sust.]

cantera

ψῆφος-ους, τὸ

[sust.]

guijarro

μάρμαρος-ου, ὁ

[sust.]

mármol

ἀλάβαστρος-ου, ὁ

[sust.]

alabastro

ψύφος-ου, ὁ

[sust.]

yeso

μαρμάρινος-η-ον

[adj.]

marmóreo

ψύφινος-η-ον

[adj.]

yesoso, de yeso

mineralesMinerales

μέταλλα-ων, τὰ

[sust.]

mineral

μεταλλεῖον-ου, τὸ

[sust.]

mineral

κρύσταλλος-ου, ὁ

[sust.]

cristal

μέταλλον-ου, τὸ

[sust.]

metal

χρυσός-οῦ, ὁ

[sust.]

oro

ἀργύριον-ου, τὸ

[sust.]

plata, dínero (en plural]

χαλκός-οῦ, ὁ

[sust.]

bronce, cobre

σίδηρος-ου, ὁ

[sust.]

hierro

ἄσφαλτος-ου, ὁ

[adj.]

betún

θεῖον-ου, τὸ

[adj.]

azufre

μεταλλικός-ή-όν

[adj.]

mineral

κρυστάλλινος-η-ον

[adj.]

cristalino

ἀργυροῦς-ᾶ-οῦν

[adj.]

de plata

σιδηροῦς-ᾶ-οῦν

[adj.]

de hierro

χρυσοῦς-ῆ-οῦν

[adj.]

de oro

χάλκεος-α-ον

[adj.]

de bronce, broncíneo

θειώδης-ες

[adj.]

azufroso

μεταλλεία-ας, ἡ

[sust.]

minería

μέταλλα-ων, τὰ

[sust.]

mineral

μεταλλεῖον-ου, τὸ

[sust.]

mineral

μεταλουργός-οῦ, ὁ

[sust.]

minero

χόανος-ου, ὁ

[sust.]

horno (de fundir)

καῦσις-εως, ἡ

[sust.]

fundición

χαλκεῖον-ου, τὸ

[sust.]

herrería, fragua

χαλκεύς-εως, ὁ

[sust.]

herrero

σιδηρουργός-οῦ, ὁ

[sust.]

herrero

χρυσοχόος-ου, ὁ

[sust.]

orfebre

κλειθροποιός-οῦ, ὁ

[sust.]

cerrajero

ἀργύριον ἄσημον-ου, τὸ

[sust.]

chapa de plata

ἔλασμα-ατος, τὸ

[sust.]

lámina de metal

μεταλλικός-ή-όν

[adj.]

minero

τήκω

[v.]

fundir

χαλκεύω

[v.]

forjar, fraguar

πλάσσω

[v.]

forjar