Conocimiento

17.Espacio

Forma





formaForma

μορφή-ῆς, ἡ

[sust.]

forma, figura

δυσμορφία-ας, ἡ

[sust.]

deformidad

εἶδος-ους, τὸ

[sust.]

forma, figura

πεπλασμένος-η-ον

[adj.]

formado

ἄμορφος-ον

[adj.]

sin forma, feo

πλαστός-ή-όν

[adj.]

modelado

δύσμορφος-ον

[adj.]

deforme

πλάσσω

[v.]

modelar, formar

διαστρέφω

[v.]

deformar

σχῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

aspecto

εἶδος-ους, τὸ

[sust.]

aspecto

φαίνομαι

[v.]

parecer [+ part.]

συμμετρία-ας, ἡ

[sust.]

proporción

ἀσυμμετρία-ας, ἡ

[sust.]

desproporción

ἀρμονία-ας, ἡ

[sust.]

proporción

σύμμετρος-ον

[adj.]

proporcionado

ἀσύμμετρος-ον

[adj.]

desproporcionado

ἀνάλογος-ον

[adj.]

proporcional

κάλλος-ους, τὸ

[sust.]

hermosura, belleza

ἆσχος-ους, τὸ

[sust.]

fealdad

ἀμορφία-ας, ἡ

[sust.]

fealdad

καλός-ή-όν

[adj.]

bello, hermoso

αισχρός-ά-όν

[adj.]

feo

ἄμορφος-ον

[adj.]

feo

δυσειδής-ές

[adj.]

feo

ἀγάλλω

[v.]

embellecer

κοσμέω

[v.]

embellecer

εὐπρεπεία-ας, ἡ

[sust.]

elegancia

ἀτοπία-ας, ἡ

[sust.]

extravagancia

γελοιότης-ητος, ἡ

[sust.]

ridiculez

εὐπρεπης-ες

[adj.]

elegante

ἄτοπος-ον

[adj.]

extravagante

γελοῖος-α-ον

[adj.]

ridículo

καμπή-ῆς, ἡ

[sust.]

curva

κάμψις-εως, ἡ

[sust.]

doblamiento

πτύξ-πτυχός, ἡ

[sust.]

pliegue

ῥυτίς-ίδος, ἡ

[sust.]

arruga

αἰώρησις-εως, ἡ

[sust.]

ondulación

ἄγκιστρον-ου, τὸ

[sust.]

gancho

ψέλλιον-ου, τὸ

[sust.]

anillo

τροχός-οῦ, ὁ

[sust.]

aro

εὐθύς-εῖα-ύ

[adj.]

recto, directo

καμπύλος-η-ον

[adj.]

curvado, torcido

ὀρθός-ή-όν

[adj.]

recto

καμψός-ή-όν

[adj.]

doblado

κατακλάω

[v.]

curvar

στρέφω

[v.]

torcer

κάμπω

[v.]

doblar, plegar

ῥυσόω

[v.]

arrugar

ζεύγνυμι

[v.]

enganchar

γωνία-ας, ἡ

[sust.]

ángulo

αἰχμή-ῆς, ἡ

[sust.]

punta

ακμή-ῆς, ἡ

[sust.]

punta, filo

ἄκρα-ας, ἡ

[sust.]

punta, cima, promontorio

ὀξύς-εῖα-ύ

[adj.]

afilado

ἀμβλύς-εῖα-ύ

[adj.]

embotado

ὀξύνω

[v.]

afilar

ἀμβλύνω

[v.]

enganchar

προβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

prominencia

προεχής-ές

[adj.]

prominente

θλαστός-ή-όν

[adj.]

aplastado

ὁμαλός-ή-όν

[adj.]

plano

θλάω

[v.]

aplastar

τρῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

hendidura

αὖλαξ-ακος, ἡ

[sust.]

surco

κοιλίη-ης, ἡ

[sust.]

hueco

κοῖλος-η-ον

[adj.]

hueco

προέχω

[v.]

resaltar

αὐλακίζω

[v.]

surcar

στρογγύλος-η-ον

[adj.]

redondo

κυρτός-ή-όν

[adj.]

convexo

κοῖλος-η-ον

[adj.]

cóncavo

τρύπη-ης, ἡ

[sust.]

agujero

τρῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

hoyo

ὄρυγμα-ατος, τὸ

[sust.]

excavación

ὀρύττω

[v.]

excavar