UNIVERSO

Mundo Inorgánico

3.Física y Química

Materia

Fuerza

Agua

Aire 

Fuego

Luz   

Sonido

Química

Metales

Procesos





materiaMateria

ὕλη-ης, ἡ

[sust.]

materia

ἀυλότης-ητος, ἡ

[sust.]

inmaterialidad

σῶμα-ατος, τὸ

[sust.]

materia

ὑλικός-ά-όν

[adj.]

material

ἀυλός-όν

[adj.]

inmaterial

σωματοειδής-ές

[adj.]

material

ὑλόω

[v.]

materializar

σκληρότης-ητος, ἡ

[sust.]

dureza

μαλακότης-ητος, ἡ

[sust.]

blandura

σκληρός-ά-όν

[adj.]

duro

μαλακός-ή-όν

[adj.]

blando

στερέος-α-ον

[adj.]

duro

ἁπαλός-ή-όν

[adj.]

blando

χαλεπός-ή-όν

[adj.]

duro

σκληρόω

[v.]

endurecer

μαλάσσω

[v.]

emblandecer

ὑγρότης-ητος, ἡ

[sust.]

elasticidad

σκληρότης-ητος, ἡ

[sust.]

rigidez

ὑγρός-ά-όν

[adj.]

elástico

σκληρός-ά-όν

[adj.]

rígido

εὔθραυστος-ον

[adj.]

frágil

πυκνότης-ητος, ἡ

[sust.]

densidad

πυκνός-ή-όν

[adj.]

denso

σπογγοειδής-ές

[adj.]

esponjoso

παχύς-εῖα-ύ

[adj.]

espeso, grueso

πυκνόω

[v.]

densificar

στερεότης-ητος, ἡ

[sust.]

solidez

στερέος-α-ον

[adj.]

sólido

πήγνυμι

[v.]

solidificar, congelar

κρύσταλλος-ου, ὁ

[sust.]

hielo

κόνις-εως, ἡ

[sust.]

polvo

έπιρροή-ῆς, ἡ

[sust.]

líquido

ὑγρός-ά-όν

[adj.]

líquido

αἰθήρ-ῆρος, ἡ

[sust.]

éter

αἰθέριος-α-ον

[adj.]

etéreo

ὑγρότης-ητος, ἡ

[sust.]

humedad

ζηρότης-ητος, ἡ

[sust.]

sequedad

ὑγρός-ά-όν

[adj.]

húmedo

ξηρός-ά-όν

[adj.]

seco

ὑγραίνω

[v.]

humedecer

ξηραίνω

[adj.]

seco

σκέλλω

[adj.]

seco

θολερότης-ητος, ἡ

[sust.]

turbiedad

θολερός-ά-όν

[adj.]

turbio

θολόω

[v.]

enturbiar

ὄγκος-ους, τὸ

[sust.]

masa

ἀφρός-οῦ, ὁ

[sust.]

espuma

ἀφρώδης-ες

[adj.]

espumoso

ἀφρίζω

[v.]

espumear

fuerzaFuerza

ἰσχύς-ύος, ἡ

[sust.]

fuerza

ἀσθένεια-ας, ἡ

[sust.]

debilidad

δύναμις-εως, ἡ

[sust.]

fuerza

ἀδυναμία-ας, ἡ

[sust.]

falta de fuerzas, debilidad

κράτος-ους, τὸ

[sust.]

fuerza

ἀλκή-ῆς, ἡ

[sust.]

fuerza

ῥωμή-ῆς, ἡ

[sust.]

fuerza

σθένος-ους, τὸ

[sust.]

fuerza

ισχυρός-ά-όν

[adj.]

fuerte, robusto

ἀσθενής-ές

[adj.]

débil

δυνατός-ή-όν

[adj.]

fuerte, poderoso, apto

καρτερός-ά-όν

[adj.]

fuerte

ἀλκαῖος-α-ον

[adj.]

fuerte

ἐρρώμενος-η-ον

[adj.]

fuerte

μεγασθενής-ές

[adj.]

fuerte

ἐχυρός-ά-όν

[adj.]

fuerte, seguro

εγκρατής-ές

[adj.]

fuerte, poderoso, dueño, moderado en [+gen.]

κρείττων-ον

[adj.]

más fuerte, mejor, excelente

ἰσχύω

[v.]

ser fuerte

ἀσθενέω

[v.]

estar débil

κρατέω

[v.]

ser fuerte

ἀσθενόω

[v.]

debilitar

σθένω

[v.]

ser fuerte

ἰσχύς-ύος, ἡ

[sust.]

intensidad

σφοφρότης-ητος, ἡ

[sust.]

intensidad

ἰσχυρός-ά-όν

[adj.]

intenso

σφοδρός-ά-όν

[adj.]

intenso

αὐξάνω

[v.]

intensificar

[v.]

intensificar

βάρος-ους, τὸ

[sust.]

peso

λεπτότης-ητος, ἡ

[sust.]

levedad

φορτίον-ου, τὸ [sust.] carga      

βαρύς-εῖα-ύ

[adj.]

pesado, grave

λεπτός-ή-όν

[adj.]

leve

κοῦφος-η-ον

[adj.]

ligero, vano

ἀντίρροπος-ον

[adj.]

que sirve de contrapeso

βρίθω

[v.]

ser pesado

κουφίζω

[v.]

aligerar

συντονία-ας, ἡ

[sust.]

tensión

ἄνεσις-εως, ἡ

[sust.]

aflojamiento

σύντονος-ον

[adj.]

tenso

χαλανός-ά-όν

[adj.]

flojo

μανός-ή-όν

[adj.]

flojo

τείνω

[v.]

tensar

χαλάω

[v.]

aflojar

ἐντείνω

[v.]

tensar

ἀνίημι

[v.]

aflojar

συντείνω

[v.]

tensar

κατατείνω

[v.]

tensar

κίνημα-ατος, τὸ

[sust.]

movimiento

ἀκινησία-ας, ἡ

[sust.]

inmovilidad

κίνησις-εως, ἡ

[sust.]

movimiento

κινητός-ή-όν

[adj.]

móvil

ἀκίνητος-ον

[adj.]

inmóvil

κινέω

[v.]

mover

βεβαιότης-ητος, ἡ

[sust.]

estabilidad

ἀβεβαιότης-ητος, ἡ

[sust.]

inestabilidad

βέβαιος-α-ον

[adj.]

estable

ἀβέβαιος-α-ον

[adj.]

inestable

βεβαιόω

[v.]

estabilizar

σταθερότης-ητος, ἡ

[sust.]

firmeza

ἐχυρός-ά-όν

[adj.]

firme

βέβαιος-α-ον

[adj.]

firme

σταθερός-ά-όν

[adj.]

firme

βεβαιόω

[v.]

consolidar, hacer firme

μηχανική τέχνη-ης, ἡ

[sust.]

mecánica

μηχανή-ῆς, ἡ

[sust.]

mecanismo, máquina

μηχανικός-ή-όν

[adj.]

mecánico

aguaAgua  

ὕδωρ-ὑδατος, τὸ

[sust.]

agua

ὑδατώδης-ες

[adj.]

acuoso

τέγγω

[v.]

humedecer

ξηραίνω

[v.]

secar

δίαινω

[v.]

humedecer

σκέλλω

[v.]

secar

κατάδυσις-εως, ἡ

[sust.]

inmersión, sumersión

καταδύω

[v.]

sumergir, hundirse

κυματίζομαι

[v.]

flotar

δύω

[v.]

sumergir

κατακλύζω

[v.]

sumergir

καταδύομαι

[v.]

sumergirse

ἀνάσπασις-εως, ἡ

[sust.]

absorción

ἀνασπάω

[v.]

absorber

διύλισις-εως, ἡ

[sust.]

filtración

διυλιστός-ή-όν

[adj.]

filtrado

διυλίζω

[v.]

filtrar

πακτόω

[v.]

impermeabilizar

ἔκχυσις-εως, ἡ

[sust.]

derramamiento

ἀπορροή-ῆς, ἡ

[sust.]

chorro

ἐκχέω

[v.]

derramar

χέω

[v.]

derramar

πάσσω

[v.]

derramar

ῥαντισμός-οῦ, ὁ

[sust.]

rociamiento

ῥαντός-ή-όν

[adj.]

rociado

ῥαντίζω

[v.]

rociar

στάλαγμα-ατος, τὸ

[sust.]

gota

στάζω

[v.]

gotear

aireAire

ἀήρ-ἀερός, ἡ

[sust.]

aire

πνεῦμα-ατος, τὸ

[sust.]

aire, soplo

ἀερώδης-ες

[adj.]

aéreo

κένωμα-ατος, τὸ

[sust.]

vacío

κενός-ή-όν

[adj.]

vacío

κενόω

[v.]

vaciar

θερμασία-ας, ἡ

[sust.]

calor

ψῦχος-ους, τὸ

[sust.]

frío

κρύος-ους, τὸ

[sust.]

frío

θερμός-ή-όν

[adj.]

caliente

ψυχρός-ά-όν

[adj.]

frío

ἄθερμος-ον

[adj.]

falto de calor

χλιαρός-ά-όν

[adj.]

tibio

θερμαίνω

[v.]

calentar

ψύχω

[v.]

enfriar

fuegoFuego

πῦρ-πυρός, τὸ

[sust.]

fuego

φλόξ-φλογός, ἡ

[sust.]

llama

πυρά-ᾶς, ἡ

[sust.]

hoguera

καπνός-οῦ, ο

[sust.]

humo

κάπνη-ης, ἡ

[sust.]

chimenea

ἄνθραξ

[sust.]

carbón

ξύλον-ου, τὸ

[sust.]

leña

ἰπνός-οῦ, ὁ

[sust.]

cocina

ἔμπυρος-ον

[adj.]

ardiente

ἅπτω

[v.]

encender

σβέννυμι

[v.]

apagar, extinguir, [med.] apagarse

ἀνάπτω [v.] encender      

καίω

[v.]

incendiar [med intrans] arder

πυρεύω

[v.]

incendiar

πίμπρημι

[v.]

abrasar, incendiar

καταφλέγω

[v.] quemar      

luzLuz

φῶς-φωτός, τὸ

[sust.]

luz

σκότος-ους, τὸ

[sust.]

oscuridad

σκιά-ᾶς, ἡ

[sust.]

sombra

λαμπρότης-ητος, ἡ

[sust.]

brillo

ὦχρος-ου, ὁ

[sust.]

palidez

λαμπρός-ά-όν

[adj.]

brillante, reluciente, luminoso

ἀμαυρός-ά-όν

[adj.]

oscuro, sin luz

σκιόεις-εσσα-εν

[adj.]

sombrío

ὠχρός-ά-όν

[adj.]

pálido

λάμπω

[v.]

brillar, lucir

σκοτόω

[v.]

oscurecer

διαφάνεια-ας, ἡ

[sust.]

transparencia

διαφανής-ές

[adj.]

transparente

φανερός-ά-όν

[adj.]

visible, claro

διαφαίνω

[v.]

transparentar

χρῶμα-ατος, τὸ

[sust.]

color

χρωματικός-ή-όν

[adj.]

coloreado

λευκός-ή-όν

[adj.]

blanco

μέλας-μέλαινα-μέλαν

[adj.]

negro

ξανθός-ή-όν

[adj.]

amarillo

ὠχρός-ά-όν

[adj.]

amarillo

ὦχρός-οῦ, ὁ

[sust.]

color amarillo

χλωρός-ά-όν

[sust.]

verde

ἐρυθρός-ά-όν

[adj.]

rojo

χρωματίζω

[v.]

colorear

λευκότης-ητος, ἡ

[sust.]

blancura

μελανότης-ητος, ἡ

[sust.]

negrura

λευκός-ή-όν

[adj.]

blanco

μέλας-μέλαινα-μέλαν

[adj.]

negro

λευκόω

[v.]

blanquear

μελάνω

[v.]

ennegrecer

λαμπάς-άδος, ἡ

[sust.]

luz, antorcha, lámpara

λύχνος-ου, ὁ

[sust.]

luz, lámpara, velón, antorcha

sonidoSonido

φωνή-ῆς, ἡ

[sust.]

sonido, voz humana

σιγή-ῆς. ἡ

[sust.]

silencio

ἠχώ-οῦς, τὸ

[sust.]

sonido

σιωπή-ῆς, ἡ

[sust.]

silencio

ψόφος-ου, ὁ

[sust.]

ruido

θορυβος-ου, ὁ

[sust.]

ruido

ἀκουστική-ῆς, ἡ

[sust.]

acústica

κελαδεινός-ή-όν

[adj.]

ruidoso

σιωπηλός-ή-όν

[adj.]

silencioso

ἠχητικός-ή-όν

[adj.]

sonoro

σιγηλός-ή-όν

[adj.]

silencioso

ἀκουστικός-ή-όν

[adj.]

acústico

ἠχέω

[v.]

sonar

σιγάω

[v.]

callar, estar en silencio

σιωπάω

[v.]

callar

quimicaQuímica

κρύσταλλος-ου, ο

[sust.]

cristal

ἀτμός-οῦ, ὁ

[sust.]

vapor

ἄνθραξ-ακος, ὁ

[sust.]

carbón

ἅλς-αλός, ὁ, ἡ

[sust.]

sal

ὀξύς-εῖα-ύ

[adj.]

ácido

metalesMetales

μέταλλον-ου, τὸ

[sust.]

metal;[pl] metal, mineral

χρυσός-οῦ, ὁ

[sust.]

oro

ἀργύριον-ου, τὸ

[sust.]

plata, dínero (en plural]

χαλκός-οῦ, ὁ

[sust.]

bronce

σίδηρος-ου, ὁ

[sust.]

hierro

μάρμαρος-ου, ὁ

[sust.]

mármol

λίθος-ου, ὁ

[sust.]

piedra

πέτρος-ου, ὁ [sust.] piedra, roca      

ἀργυροῦς-ᾶ-οῦν

[adj.]

de plata

σιδηροῦς-ᾶ-οῦν

[adj.]

de hierro

χρυσοῦς-ᾶ-οῦν

[adj.]

de oro

χάλκεος-α-ον

[adj.]

de bronce, broncíneo

λίθινος-η-ον

[adj.]

pétreo, de piedra

ἔλαιον-ου, τὸ

[sust.]

aceite

procesosProcesos

διάλυσις-εως, ἡ

[sust.]

disolución

κατάλυσις-εως, ἡ

[sust.]

disolución

σταλγαμός-οῦ, ὁ

[sust.]

destilación

κάθισμα-ατος, τὸ

[sust.]

sedimentación

ἔψησις-εως, ἡ

[sust.]

ebullición, cocción

ζύμωσις-εως, ἡ

[sust.]

fermentación

διαλύω

[v.]

disolver

καταλύω

[v.]

disolver

διυλίζω

[v.]

filtrar

στάζω

[v.]

destilar

μεταγγίζω

[v.]

trasvasar

καθίστημι

[v.]

sedimentar

ἔψω

[v.]

bullir,cocer

ζέω

[v.]

fermentar