Conocimiento

15.Existencia

Existencia

Materia

Estado

Vida

Cambio



existenciaExistencia

οὐσία-ας, ἡ

[sust.]

existencia, realidad

ἀνυπαρξία-ας, ἡ

[sust.]

inexistencia

σχῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

apariencia

εἶδος-ους, τὸ

[sust.]

apariencia

ἰδέα-ας, ἡ

[sust.]

apariencia

ὄψις-εως, ἡ

[sust.]

apariencia

τις-τι

[indef.]

alguien, alguno

οὐδείς-οὐδεμία-οὐδέν

[adj.]

nadie, ninguno

ἔνιοι-αι-α

[adj.]

algunos

μηδείς-μηδεμία-μεδέν

[adj.]

ninguno, nada [ se usa en vez de οὐδείς  con subj, imper e infin]

οὐδεν

[adv.]

nada

εἰμι

[v.]

ser, estar, haber, existir

ἐστιν

[v.]

es, está, hay, existe

γίγνομαι

[v.]

llegar a ser, ser, nacer, convertirse en, suceder, ocurrir

ἐκφροντίζω

[v.]

idear, imaginar

γέγονε

[v.]

ha llegado a ser, es

φαίνομαι

[v.]

[+ inf] parecer; [+part] parecer que, mostrarse como, manifestarse como

ἔχω

[v.]

tener, poder, saber [+ adverbio] estar [participio +acus.] con

φαίνω

[v.]

mostrar, manifestar

καθίστημι

[v.]

llegar a ser

τυγχάνω

[v.]

resultar, ser por casualidad [+ part]

συμφέρω

[v.]

convenir, suceder

πρέπω

[v.]

convenir

ουσία-ας, ἡ

[sust.]

esencia, sustancia

ἀτύχημα-ατος, τὸ

[sust.]

accidente

ἀναγκαῖος-α-ον

[adj.]

esencial

ἀκούσιος-ον

[adj.]

accidental

οὐσιώδης-ες

[adj.]

sustancial

τυχαῖος-α-ον

[adj.]

accidental

ἔμφυτος-ον

[adj.]

inherente

ἄτοπος-ον

[adj.]

extraño

τρόπος-ου, ὁ

[sust.]

carácter

ἦθος-ους, τὸ

[sust.]

carácter

χαράκτηρ-ῆρος, ὁ

[sust.]

carácter

χαρακτηριστικόν-οῦ, τὸ

[sust.]

característica

ἔμφυτος-ον

[adj.]

característico

ποιότης-ητος, ἡ

[sust.]

cualidad, calidad

ἴδιον-ου, τὸ

[sust.]

atributo

κατάστασις-εως, ἡ

[sust.]

condición

ὑποθετικός-όν

[adj.]

condicional

περίστασις-εως, ἡ

[sust.]

circunstancia

περιστατικός-ή-όν

[adj.]

circuntancial

materiaMateria

ὕλη-ης, ἡ

[sust.]

materia

αὐλότης-ητος, ἡ

[sust.]

inmaterialidad

σῶμα-ατος, τὸ

[sust.]

materia

ἀσωματία-ας, ἡ

[sust.]

incorporalidad

ὑλικός-ή-όν

[adj.]

material

αὔλος-ον

[adj.]

inmaterial

σωματοειδής-ές

[adj.]

corpóreo

ἀσώματος-ον

[adj.]

incorpóreo

ὑλόω

[v.]

materializar

κόσμος-ου, ὁ

[sust.]

universo, mundo, orden

ὑποόνοια-ας, ἡ

[sust.]

ficción

φαντασία-ας, ἡ

[sust.]

imaginación, fantasía

προσποιητός-όν

[sust.]

ficticio

πεπλασμένος-η-ον

[sust.]

ficticio

δοκῶν-οῦσα-οῦν

[sust.]

imaginario

συμφορά-ᾶς, ἡ

[sust.]

suceso

συντυχία-ας, ἡ

[sust.]

suceso

γίγνομαι

[v.]

suceder

τυγχάνω

[v.]

suceder

συμβαίνω

[v.]

suceder

συμφορά-ᾶς, ἡ

[sust.]

contingencia

ἀδυναμία-ας, ἡ

[sust.]

imposibilidad

δυνατός-ή-όν

[adj.]

posible

ἀδύνατος-ον

[adj.]

imposible

τυχαῖος-α-ον

[adj.]

contingente

ἄπορος-ον

[adj.]

imposible

ἔξειμι

[v.]

 [impers] ἔξεστι [+dat. + inf] es posible ἔξεστι μοι me es posible

εἰκός-ότος, τὸ

[sust.]

probabilidad

ἀπιθανότης-ητος, ἡ

[sust.]

improbabilidad, inverosimilitud

εὔλογος-ον

[adj.]

probable

ἀπίθανος-ον

[adj.]

improbable, inverosímil

εἰκώτως

[adv.]

probablemente

estadoEstado

κατάστασις-εως, ἡ

[sust.]

estado

εἰμι

[v.]

estar

παρουσία-ας, ἡ

[sust.]

presencia

ἀπουσία-ας, ἡ

[sust.]

ausencia

ἀφανεία-ας, ἡ

[sust.]

desaparición

παρών-οῦσα-ον

[adj.]

presente

ἀπών-οῦσα-όν

[adj.]

ausente

ἀφανής-ές

[adj.]

desaparecido

εἰμι

[v.]

hallarse

ἄπειμι

[v.]

ausentarse

παραγίγνομαι

[v.]

presentarse

ἐρημόω

[v.]

despoblar

ἐπιφαίνω

[v.]

aparecer

ἀφανίζομαι

[v.]

desaparecer

παρασκευή-ῆς, ἡ

[sust.]

provisión

δέησις-εως, ἡ

[sust.]

carencia

πορίζω

[v.]

proveer

δέω

[v.]

carecer [+gen.]

vidaVida

βίος-ου, ὁ

[sust.]

vida

θάνατος-ου, ὁ

[sust.]

muerte

ζῷον-ου, τὸ

[sust.]

animal, ser vivo

νεκρός-οῦ, ὁ

[sust.]

cadáver, muerto

δίαιτας-ης, ἡ

[sust.]

género de vida

ἔμψυχος-ον

[adj.]

animado, vivo

θνητός-ή-όν

[adj.]

mortal

βιόω

[v.]

vivir

θνῄσκω

[v.]

morir [perf] estar muerto

ζάω

[v.]

vivir

τελευτάω

[v.]

acabar, llegar al final, morir, finalizar

βιοτεύω

[v.]

vivir

ἀποθνῄσκω

[v.]

morir, [perf] estar muerto

φιλοζώω

[v.]

amar la vida

           

cambioCambio

μεταβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

cambio

μονή-ῆς, ἡ

[sust.]

permanencia

μετάθεσις-εως, ἡ

[sust.]

cambio

διαμονή-ῆς, ἡ

[sust.]

permanencia

μετατάξις-εως, ἡ

[sust.]

cambio

ἀμεταβλησία-ας, ἡ

[sust.]

inmutabilidad

μετάστασις-εως, ἡ

[sust.]

cambio

μεταβολικός-ή-όν

[adj.]

mudable

μόνιμος-η-ον

[adj.]

permanente

εὐμετάβλητος-ον

[adj.]

mudable, inconstante

ἀμετάβολος-ον

[adj.]

inmutable

      ἀμετάθετος-ον [adj.] inmutable, invariable

μεταβάλλω

[v.]

cambiar, mudar

μένω

[v.]

permanecer

μετατίθημι

[v.]

trasladar, [med.] cambiar

ἀλλάττω [v.] cambiar      

βελτίωσις-εως, ἡ

[sust.]

mejora

κρείττων-ον

[adj.]

mejor

κακίων

[adj.]

peor

βελτίων-ον

[adj.]

mejor

χείρων

[adj.]

peor

ἀμείνων-ον

[adj.]

mejor

βελτιόω

[v.]

mejorar

παρακμή-ῆς, ἡ

[sust.]

decadencia

μαραίνομαι

[v.]

decaer

ἐμπίπτω

[v.]

decaer