Conocimiento

17.Espacio

Espacio

Situación

Dimensión

Geometría

Superficie

Adverbios



espacioEspacio

χῶρος-ου, ὁ

[sust.]

espacio

ὅρος-ου, ὁ

[sust.]

límite

ἄπειρον-ου, τὸ

[sust.]

infinito

ὅρια-ιων, τὰ

[sust.]

frontera, límites

ἀμετρία-ας, ἡ

[sust.]

desmesura, sin medida

μέρος-ους, τὸ

[sust.]

parte, porción

κένωμα-ατος, τὸ

[sust.]

vacío

κοιλίη-ης, ἡ

[sust.]

hueco

τρυμαλιά-ᾶς, ἡ [sust.] agujero      

ἀνοίγμα-ατος, τὸ

[sust.]

abertura

ἀπόκλῄσις-εως, ἡ

[sust.]

cierre

στόμιον-οὐ, τὸ [sust.] abertura      

τρῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

hendidura

τρύπη-ης, ἡ

[sust.]

agujero

εὑρύς-εῖα-ύ

[adv.]

espacioso

ἄπειρος-ον

[adj.]

infinito

κοῦφος-η-ον

[adj.]

vacío

μέτρον-ου, τὸ

[sust.]

medida, mesura

κενός-ή-όν

[adj.]

vacío

στάδιον-ου, τὸ

[sust.]

estadio (medida)

κοῖλος-η-ον

[adj.]

hueco

πλέθρον-ου, τὸ

[sust.]

pletro (médida)

ἄκλειστος-ον

[adj.]

abierto

κλειστός-ή-όν

[adj.]

cerrado

ἄμετροον

[adv.]

sin medida, inconmensurable

μέτριος-α-ον

[adj.]

medido

μετρέω

[v.]

medir

ἀναμετρέω

[v.]

medir con exactitud

κενόω

[v.]

vaciar

ἀφορίζω

[v.]

limitar, lindar

ἀνοίγω

[v.]

abrir

κλείω

[v.]

cerrar

τέμνω

[v.]

tender

τρυπάω

[v.]

agujerear

μετρίως

[adv.]

con medida

situacionSituación

κατάστημα-ατος, τὸ

[sust.]

situación

τόπος-ου, ὁ

[sust.]

lugar, territorio

χώρα-ας, ἡ

[sust.]

lugar, territorio, región, país

χωρίον-ου, τὸ

[sust.]

lugar, sitio, barrio

εὕρεσις-εως, ἡ

[sust.]

localización

τίθημι

[v.]

situar

καθίζω

[v.]

situar

εὑρίσκω

[v.]

localizar

καταλαμβάνω

[v.]

localizar

εὑρίσκω

[v.]

localizar

πρότερος-α-ον

[adj.]

anterior

ὕστερος-α-ον

[adj.]

posterior

ἐμπρόσθιος-ον [adj.] delantero      

ἀνώτερος-α-ον

[adj.]

superior

κατώτερος-α-ον

[adj.]

inferior

ἐσωτικός-ή-όν

[adj.]

interior

ἐξωτερικός-ή-όν

[adj.]

exterior

ἐπιστολή-ης, ἡ

[sust.]

superficie

ἐπιπόλαιος-ον

[adj.]

superficial

περίβολος-ου, ὁ

[sust.]

recinto, contorno

περίοδος-ου, ὁ

[sust.]

camino en derredor, contorno

κέντρον-ου, τὸ

[sust.]

centro

ἀκμή-ῆς, ἡ

[sust.]

extremidad

ἐσχατιά-ᾶς, ἡ

[sust.]

extremidad

πέρας-ατος, τὸ

[sust.]

extremo

μέσος-η-ον

[adj.]

medio, que está en medio, central; ἐν μέσῳ¡ [+gen.] en medio de

ἔσχατος-η-ον

[adj.]

extremo

χεῖλος-ους, τὸ

[sust.]

borde

ὁρίζω

[v.]

bordear

πλευρά-ᾶς, ἡ

[sust.]

lado

τρίπλευρος-ον

[adj.]

de tres lados

ἰσόπλευρος-ον

[adj.]

equilátero

ἰσοσκελής-ές

[adj.]

isósceles, de miembros iguales

τείνω

[v.]

ladearse

δεξιός-ά-όν

[adj.]

derecho

ἀρτιστερός-ά-όν

[adj.]

izquierdo

εὐώνυμος-ον

[adj.]

de buen nombre, izquierdo

ἀπόστημα-ατος, τὸ

[sust.]

distancia

ὅμορος-ον

[adj.]

contiguo

ἔκτοπος-ον

[adj.]

distante

ἐχόμενος-η-ον

[partic.]

contiguo con

ἀπέχω

[v.]

distar de [+gen.], [med.] estar lejos de [+gen.], alejarse

προσκεῖμαι

[v.]

estar contiguo con [+dat.]

διέχω

[v.]

distar

πλησιότης-ητος, ἡ

[sust.]

cercanía

ἀπόστασις-εως, ἡ

[sust.]

lejanía

πρόσβασις-εως, ἡ

[sust.]

acercamiento

ἀποχώρεσις-εως, ἡ

[sust.]

alejamiento

λύσις-εως, ἡ

[sust.]

separación

πλησίος-α-ον

[adj.]

cercano

ἄποπτος-ον

[adj.]

lejano

τηλώπός-όν

[adj.]

lejano

λύτεος-α-ον

[adj.]

que debe separarse

πλησιάζω

[v.]

acercar

τροπόω

[v.]

alejar

προσέρχομαι

[v.]

acercarse [πρός +dat., +dat]

ἀπέρχομαι

[v.]

alejarse

προσχωρέω

[v.]

acercarse [+dat.]

ἀποχωρέω

[v.]

alejarse

      ἀπαλλάσσω [v.] alejar

λύω

[v.]

separar

ἐγγύς

[adv.] [prep + gen.]

cerca, cerca de

τηλοῦ

[adv.]

lejos

πόρροθεν

[adv.]

lejos

τρόπος-ου, ὁ

[sust.]

dirección

ἐκτροπή-ῆς, ἡ

[sust.]

desvío

εὐθύς-εῖα-ύ

[adj.]

recto, directo

ὀρθός-ή-όν

[adj.]

recto

βαίνω

[v.]

dirigir

ἐκτρέπω

[v.]

desviar

ὀρθός-ή-όν

[adj.]

vertical

ἐπικεκλισμένος-η-ον

[adj.]

horizontal

ἔγκλισις-εως, ἡ

[sust.]

inclinación

κλίνω

[v.]

inclinar

σύνοδος-ου, ἡ

[sust]

confluencia

διάβασις-εως, ἡ

[sust]

cruce

συμβολή-ῆς, ἡ

[sust]

confluencia

ἀπαλλαγή-ῆς, ἡ

[sust]

apartamiento

παράλληλος-ον

[adj.]

paralelo

συνέρχομαι

[v.]

confluir

διαβαίνω

[v.]

cruzar, atravesar

ἀμύνω

[v.]

apartar

ἀφίστημι

[v.]

apartar,

separar:[med.] alejarse

ἀφέλκω

[v.]

apartar

      ἀπαλλάσσω [v.] apartar

σχίζομαι

[v.]

bifurcarse

dimensionDimensión

μέτρον-ου, τὸ

[sust.]

dimensión

μέγεθος-ους, τὸ

[sust.]

dimensión

ἔκτασις-εως, ἡ

[sust.]

extensión

συστολή-ῆς, ἡ

[sust.]

contracción

σῦνωσις-εως, ἡ

[sust.]

compresión

μέγας-μεγάλη-μέγα

[adj.]

extenso

μακρός-ά-όν

[adj.]

extenso

εὐρύς-εῖα-ύ

[adj.]

extenso

τείνω

[v.]

extender

συνάγω

[v.]

contraer

συστέλλω

[v.]

encoger

θλίβω

[v.]

comprimir

μέγεθος-ους, τὸ

[sust.]

grandeza, tamaño

μικρότης-ητος, ἡ

[sust.]

pequeñez

μακρός-ά-όν

[adj.]

grande

μικρός-ά-όν

[adj.]

pequeño

μέγας-μεγάλη-μέγα

[adj.]

grande

ἐλάττων-ον

[adj.]

[comp de mikróç] menor, más pequeño

μεγαλοπρεπής-ές [adj.] grande, noble      

αὐξάνω

[v.]

agrandar

ἐλαττόω

[v.]

empequeñecer

μακρότης-ητος, ἡ

[sust.]

longitud

βραχύτης-ητος, ἡ

[sust.]

cortedad

μακρός-ά-όν

[adj.]

largo

βραχύς-εῖα-ύ

[adj.]

corto, breve

ἐκτείνω

[v.]

alargar

συντέμνω

[v.]

acortar

ἐντείνω

[v.]

tender, estirarse

κατάκειμαι

[v.]

estar tendido

βραχύ

[adv.]

a corta distancia

εὖρος-εὖρους, τὸ

[sust.]

anchura

στενότης-ητος, ἡ

[sust.]

estrechez

πλατύς-εῖα-ύ

[adj.]

ancho

στενός-ά-όν

[adj.]

estrecho

εὐρύς-εῖα-ύ

[adj.]

ancho

πλατύνω

[v.]

ensanchar

στενόω

[v.]

estrechar

ἄκρον-ου, τὸ

[sust.]

altura

ταπεινότης-ητος, ἡ

[sust.]

bajeza

κατάβασις-εως, ἡ

[sust.]

bajada, descenso

ἄκρος-α-ον

[adj.]

alto (de); ἄκρον τὸ ὄρος  lo alto de la montaña

ταπεινός-ή-όν

[adj.]

bajo

ὑψηλός-ή-όν

[adj.]

alto

βαρύς-εῖα-ύ

[adj.]

bajo

ὑπερτενής-ές [adj.] alto      
περιμήκης-ες [adj.] muy alto      

ἀναβαίνω

[v.]

[+ ἐπί +acus.] subir

καταβαίνω

[v.]

bajar

      κατέρχομαι [v.] bajar

ἀνέρχομαι

[v.]

subir, volver

ταπεινόω

[v.]

bajar, humillar

αἴρω

[v.]

elevar

ἔξειμι

[v.]

descender

ὕπειμι

[v.]

estar debajo de

     

ὑπόκειμαι

[v.] estar debajo de

βάθος-ους, τὸ

[sust.]

profundidad

βαρύς-εῖα-ύ

[adj.]

profundo

βαθύνω

[v.]

profundizar

πάχος-ους, τὸ

[sust.]

grosor

λεπτότης-ητος, ἡ

[sust.]

delgadez

παχύς-εῖα-ύ

[adj.]

grueso

λεπτός-ή-όν

[adj.]

delgado

παχύνω

[v.]

engordar

λεπτύνω

[v.]

adelgazar

πίαινω

[v.]

engordar

ἱκανότης-ητος, ἡ

[sust.]

capacidad

ἱκανός-ή-όν

[adj.]

suficiente, apto

ἐναρμόζω

[v.]

caber

geometriaGeometría

γεωμετρία-ας, ἡ

[sust.]

geometría

γραμμή-ῆς, ἡ

[sust.]

línea

καμπή-ῆς, ἡ

[sust.]

curva

γραμμικός-ή-όν

[adj.]

lineal

καμπύλος-η-ον

[adj.]

curvado, torcido

τάσσω

[v.]

alinear

κατακλάω

[v.]

curvar

στρέφω

[v.]

torcer

γωνία-ας, ἡ

[sust.]

ángulo

ὀξυγώνιος-ον

[adj.]

acutángulo

ἀμβλύς-εῖα-ύ

[adj.]

obtuso

ὀξύς-εῖα-ύ

[adj.]

agudo

τρίγωνον-ου, τὸ

[sust.]

triángulo

σκαληνός-ή-όν

[adj.]

impar

τετράγωνον-ου, τὸ

[sust.]

cuadrado

πολύγωνον-ου, τὸ

[sust.]

polígono

κύκλος-ου, ὁ

[sust.]

círculo

ὀρθογώνιος-ον

[adj.]

rectangular

στρογγύλος-η-ον

[adj.]

redondo

ἄψις-εως, ἡ

[sust.]

arco

ἔλειψις-εως, ἡ

[sust.]

elipsis

ᾠοειδής-ές

[adj.]

ovalado

ἑλίκη-ης, ἡ

[sust.]

espiral, hélice

παραβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

parábola

superficieSuperficie

ἐπιστολή-ῆς, ἡ

[sust.]

superficie

ἐπιστόλαιος-α-ον

[adj.]

superficial

ὄγκος-ου, ὁ

[sust.]

volumen

ὄγκώδης-ες

[adj.]

voluminoso

πρῖσμα-ατος, τὸ

[sust.]

prisma

σφαῖρα-ας, ἡ

[sust.]

esfera

σφαιρικός-ή-όν

[sust.]

esférico

πιραμίς-ίδος, ἡ

[sust.]

pirámide

εἶδος-ους, τὸ

[sust.]

figura

εἰκονογραφία-ας, ἡ

[sust.]

dibujo

εἰκονογραφέω

[sust.]

dibujar

διαβήτης-ου, ὁ

[sust.]

compás

διάμετρος-ου, ἡ

[sust.]

diámetro

adverbiosAdverbios

ποι

[enclit.]

a alguna parte

ἐνθάδε

[adv.]

hacia aquí

ἐκεῖ

[adv.]

allí

ἐκεῖσε

[adv.]

hacia allí, allá

ἔνθα

[adv.]

allí, donde; ἔνθα καὶ ἔνθα aquí y allá

ἔνθεν

[adv.]

de allí, de donde

ἐνταῦθα

[adv.]

allí

ἐντεῦθεν

[adv.]

desde allí, desde allí, desde entonces, a partir de ahí