Como Ser en Sociedad

22.Conducta

Conducta

Culpa

Carácter

Sinceridad

Cordura

Prudencia

Justicia

Seriedad

Valentía

Conciencia

Paciencia

Moderación

Castidad

Actitud

Naturalidad






conductaConducta

τρόπος-ου, ὁ

[sust.]

conducta

ἦθος-ους, το

[sust.]

conducta

χρέος-ους, τὸ

[sust.]

obligación, deber

ἐλευθερία-ας, ἡ

[sust.]

libertad

ἄκωον-ουσα-ον

[adj.]

forzado, obligado

ἐλεύθερος-α-ον

[adj.]

libre

ἀναγκαῖον-α-ον

[adj.]

obligatorio, necesario, esencial, indispensable

χρή

[v.]

es preciso, es necesario, se debe

ἐλευθερόω

[v.]

liberar, hacer libre, libertar

ἀναγκαῖον [εστιν]

[v.]

es obligatorio, es necesario

δεῖ

[v.]

[+acus e inf.] es necesario, se debe

ἀναγκάζω

[v.]

[act] obligar, forzar

ἄνυσις-εως, ἡ

[sust.]

cumplimiento

παράβασις-εως, ἡ

[sust.]

infracción

νομία-ας, ἡ

[sust.]

formalidad

ἀνομία-ας, ἡ

[sust.]

ilegalidad

ἀτελής-ές

[adj.]

incumplido

ἄκραντος-ον

[adj.]

incumplido

νόμιμος-η-ον

[adj.]

formal

ἄνομος-ον

[adj.]

ilegal

ἀνύω

[v.]

cumplir

ἀνύτω

[v.]

cumplir

τελέω

[v.]

cumplir

διατυπόω

[v.]

formalizar

culpaCulpa

εὐήθεια-ας, ἡ

[sust.]

inocencia

αἰτίον-ου, τὸ

[sust.]

culpa

αἰτία-ας, ἡ

[sust.]

culpa

αἰτιάομαι

[v.]

acusar, culpar

ἀναίτιος-α-ον

[adj.]

inocente [+gen.]

αἴτιος-α-ον

[adj.]

culpable,causante, responsable [+gen.]

μεταμέλεια-ας , ἡ

[sust.]

arrepentimiento

μετάνοια-ας, ἡ

[sust.]

arrepentimiento

καθαρμός-οῦ, ὁ

[sust.]

expiación

τίσις-εως, ἡ

[sust.]

expiación

ἀμεταμέλητος-ον

[adj.]

impenitente

μεταγιγνώσκω

[v.]

arrepentirse [+acus.]

μετανοέω

[v.]

arrepentirse [+ἐπί +acus.]

τίνω

[v.]

expiar

ἱλάσκομαι

[v.]

expiar

μεθάμορσις-εως, ἡ

[sust.]

corrección

διφθορά-ᾶς, ἡ

[sust.]

perversión

διόρθωμα-ατος, τὸ

[sust.]

corrección, enmienda

διορθόω

[v.]

corregir

παράγω

[v.]

pervertir

κατορθόω

[v.]

enmendar

διαφθείρω

[v.]

pervertir

caracterCarácter

ἦθος-ους, τὸ

[sust.]

carácter, costumbre

τρόπος-ου, ὁ

[sust.]

dirección, manera, modo, vía, carácter

χαρακτής-ῆρος, ἡ

[sust.]

temple, carácter

σχῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

figura, carácter

χαρακτηριστικός-ή-όν

[sust.]

característica

ἐπιτηδειότης-ητος, ἡ

[sust.]

aptitud

ἀδυναμία-ας, ἡ

[sust.]

ineptitud

ἐπιτηδειος-α-ον

[adj.]

apto

ἀσύνετος-ον

[adj.]

inepto

ἱκανός-ή-όν

[adj.]

suficiente, apto

φαῦλος

[adj.]

inepto

μεγαλοπρεπής-ές [adj.] noble, magnífico      
           

δυναμία-ας, ἡ

[sust.]

habilidad

δεινότης-ητος, ἡ

[sust.]

habilidad

σκαιότης-ητος, ἡ

[sust.]

torpeza

ἐμπειρία-ας, ἡ

[sust.]

experiencia, conocimiento, habilidad

ἀτεχνία-ας, ἡ

[sust.]

inhabilidad, falta de arte

ἔμπειρος-ον

[adj.]

hábil [+gen.]

δεινός-ή-όν

[adj.]

hábil

ἀδέξιος-ον

[adj.]

torpe

δαίδαλος-ον

[adj.]

hábil

σκαιός-ή-όν

[adj.]

torpe

νόησις-εως, ἡ

[sust.]

ingenio

μωρία-ας, ἡ

[sust.]

necedad

εὐφυία-ας, ἡ

[sust.]

talento

φλυαρία-ας, ἡ

[sust.]

tontería

λῆρος-ουυ, ὁ

[sust.]

tontería

νοηρής-ές

[adj.]

ingenioso

μάταιος-α-ον

[adj.]

necio

μῶρος-α-ον

[adj.]

necio

ἠλίθιος-α-ον

[adj.]

necio

δυσμαθής-ές

[adj.]

tardo para aprender, torpe

ληρέω

[sust.]

decir tonterías

φλυαρέω

[sust.]

decir tonterías

ὕβρις-εως, ἡ

[sust.]

impertinencia

ὑβριστικός-ή-όν

[adj.]

impertinente

sinceridadSinceridad

εἰλικρινότης-ητος, ἡ

[sust.]

sinceridad

ὑπόκρισις-εως, ἡ

[sust.]

fingimiento

παρρησία-ας, ἡ

[sust.]

sinceridad

είλικρινής-ές

[adj.]

sincero

ὑποκριτής-οῦ, ὁ

[adj.]

fingidor

ψευδής-ές

[adj.]

falso, fingido

προποιέομαι

[v.]

fingir

ὑποκρίνω

[v.]

fingir

      σχηματίζω [v.] fingir

πταῖσμα-ατος, τὸ

[sust.]

desengaño

ψεῦδος-εως, τὸ

[sust.]

mentira, falsedad, engaño

δόλος-ου, ὁ

[sust.]

engaño, trampa

ἀπάτη-ης, ἡ

[sust.]

engaño

ψεύστης-ου, ὁ

[sust.]

embustero

δόλιος-α-ον

[adj.]

engañoso, astuto

δολερός-ά-όν

[adj.]

engañoso

ἀπατηλός-ή-όν

[adj.]

engañoso

ψεύδομαι

[v.]

mentir

ψεύδω

[v.]

engañar

ἀπατάω

[v.]

engañar

βουκολέω

[v.]

engañar

ἁπλότης-ητος, ἡ

[sust.]

candor

πυκνότης-ητος, ἡ

[sust.]

astucia

κερδοσύνη-ης, ἡ

[sust.]

astucia

ἁπλς-ῆ-οῦν

[adj.]

candoroso

κερδαλέος-α-ον

[adj.]

astuto

ποικίλός-ή-όν

[adj.]

astuto

πρόφασις-εως, ἡ

[sust.]

evasiva

προφασιστικός-ή-όν

[sust.]

evasivo

corduraCordura

φρόνησις-εως, ἡ

[sust.]

cordura

μανία-ας, ἡ

[sust.]

locura, extravío

παραφροσύνη-ης, ἡ

[sust.]

insensatez, delirio

φρόνιμος-ον

[adj.]

sensato, prudente, cuerdo

μανικός-ή-όν

[adj.]

loco

φρονέω

[v.]

tener entendimiento, ser sensato, pensar, sentir

παράφρων-ον

[adj.]

loco, insensato

ἀνόητος-ον

[adj.]

insensato, loco

μαίνομαι

[v.]

estar loco

πρόνοια-ας, ἡ

[sust.]

previsión

ἀπροσδοκία-ας, ἡ

[sust.]

imprevisión

προμήθεια-ας , ἡ

[sust.]

previsión

προβλεστικός-ή-όν

[adj.]

previsor

ἀπρονόητος-ον

[adj.]

imprevisto

[v.]

prever

εὐλάβεια-ας, ἡ

[sust.]

precaución

προφυλακή-ῆς, ἡ

[sust.]

precaución

προφυλάσσομαι

[v.]

precaverse

ἐπιμέλεια-ας, ἡ

[sust.]

cuidado

ἀμέλεια-ας, ἡ

[sust.]

descuido, negligencia

ἐπιμελής-ές

[adj.]

cuidadoso, atento

ἀμελής-ές

[adj.]

descuidado, negligente

      νωχελής-ές [adj.] lento, negligente
      νωθής-ές [adj.] lento, estúpido

ἐπιμελέω

[v.]

tener cuidado de [+gen.]

ἀμελέω

[v.]

descuidar, despreocuparse

θεραπεύω

[v.]

curar, cuidar

ἐπιμελῶς

[adv.]

cuidadosamente

προπέτεια-ας, ἡ

[sust.]

precipitación

προπετής-ές, ἡ

[adj.]

precipitado

ταράττω

[v.]

turbar, confundir

ταραχή-ῆς, ἡ

[sust.]

confusión, turbación

prudenciaPrudencia

σωφροσύνη-ης, ἡ

[sust.]

sensatez, prudencia

ἀμέλεια-ας, ἡ

[sust.]

imprudencia

ἀφροσύνη-ης, ἡ

[sust.]

insensatez

σώφρων-ον

[adj.]

prudente, sensato, juicioso, templado

ἄφρων-ον

[adj.]

sin sentido, insensato

φρόνιμος-ον

[adj.]

sensato, prudente

ἀμελής-ές

[adj.]

imprudente

εὔβουλος-ον

[adj.]

bien aconsejado, sensato

ἀγνώμων-ον

[adj.]

insensato

ἀνόητος-ον

[adj.]

insensato, loco

ἄφρων-ον

[adj.]

sin sentido, insensato

παράφρων-ον

[adj.]

loco, insensato

φρονέω

[v.]

tener entendimiento, ser sensato, pensar, sentir

σωφρωνέω

[v.]

ser prudente

μετριότης-ητος, ἡ

[sust.]

moderación

βία-ας, ἡ

[sust.]

violencia

ἐγκρατεία-ας, ἡ

[sust.]

moderación

σφοδρότης-ητος, ἡ

[sust.]

vehemencia

μέτριος-α-ον

[adj.]

sobrio, comedido

βίαιος-α-ον

[adj.]

violento

ἐγκρατής-ές

[adj.]

moderado en [+gen.]

σφοδρός-ά-όν

[adj.]

intenso, vehemente

μετριάζω

[v.]

moderarse

βιάζομαι

[v.]

violentar, forzar

βιάζω

[v.]

coaccionar

βίᾳ

[adv.]

a la fuerza

ἀσκέπτως

[adv.]

temerariamente

πραότης-ητος, ἡ

[sust.]

apacibilidad

ταραχή-ῆς, ἡ

[sust.]

excitación

πρᾷος-πραεῖα-πρᾷον

[adj.]

apacible, suave, manso

ἐνθουσιασμός-οῦ, ὁ

[sust.]

exaltación

ταράττω

[v.]

excitar

ὄρνυμι

[v.]

excitar, exaltar

πτοιέω

[v.]

excitar, exaltar

ἐγείρω

[v.]

excitar, exaltar

justiciaJusticia

δικαιοσύνη-ης, ἡ

[sust.]

justicia

ἀδικία-ας, ἡ

[sust.]

injusticia

δίκη-ης, ἡ

[sust.]

justicia

δίκαιος-α-ον

[adj.]

justo

ἄδικος-ον

[adj.]

injusto

δικαιόω

[v.]

tener por justo

ἀδικέω

[v.]

cometer injusticia, delinquir

τιμή-ῆς, ἡ

[sust.]

honor, honra

κακία-ας, ἡ

[sust.]

vileza

χρηστότης-ητος, ἡ

[sust.]

honradez

ἀδοξία-ας, ἡ

[sust.]

mala reputación, infamia

τίμιος-α-ον

[adj.]

honorable

φαῦλος-η-ον

[adj.]

vil

δίκαιος-α-ον

[adj.]

honrado

κακός-ή-όν

[adj.]

vil

τιμητεος-α-ον

[adj.]

que debe honrarse

ἄδοξος-ον

[adj.]

sin gloria, despreciable

φιλότιμος-ον [adj.] ávido de gloria      

τιμάω

[v.]

honrar

χρηστότης-ητος, ἡ

[sust.]

entereza

ἀδυναμία-ας, ἡ

[sust.]

falta de fuerzas, debilidad, imposibilidad, inutilidad

χρηστός-ή-όν

[adj.]

íntegro

ἀδύνατος-ον

[adj.]

incapaz, imposible

σταθερότης-ητος, ἡ

[sust.]

constancia

ἀστασία-ας, ἡ

[sust.]

inconstancia

σταθερός-ά-όν

[adj.]

constante

ἀστατος-ον

[adj.]

inconstante

πίστις-εως, ἡ

[sust.]

lealtad

ἀπιστία-ας, ἡ

[sust.]

deslealtad

προσδότης-ου, ὁ

[sust.]

traidor

πιστός-ή-όν

[adj.]

leal

ἄπιστος-ον

[adj.]

desleal

πιστεύω

[v.]

creer, confiar en [+dat.]

ἀπιστέω

[v.]

desconfiar

ἐπιορκί α-ας, ἡ

[sust.]

perjurio

ἐπίορκος-ον

[adj.]

perjuro

ἐπιορκέω

[v.]

perjurar

seriedadSeriedad

σπουδή-ῆς, ἡ

[sust.]

seriedad

σκῶμμα-ατος, τὸ

[sust.]

burla

σπουδαῖος-α-ον

serio

κατάγελως-ωτος, ὁ

[sust.]

burla

παίγνιον-ου, τὸ

[sust.]

broma

πειρακίεια-ας, ἡ

[sust.]

travesura

εἰρωνεία-ας, ἡ

[sust.]

ironía

νεανικός-ή-όν

[sust.]

travieso

εἰρωνεικός-ή-όν

[adj.]

irónico

καταγελάω

[v.]

burlarse

σκώπτω

[v.]

burlarse

παίζω

[v.]

bromear

εἰρωνεύομαι

[v.]

ironizar

χαλεπότης-ητος, ἡ

[sust.]

severidad

ἐπίνευσις-εως, ἡ

[sust.]

condescendencia

τραχύτης-ητος, ἡ

[sust.]

severidad

χαλεπός-ή-όν

[adj.]

severo

τραχύς-εῖα-ύ

[adj.]

severo

ἐπινεύω

[v.]

condescender [+acus.]

ὑπακούω

[v.]

condescender [+acus.]

ἀνδρεία-ας, ἡ

[sust.]

valor, valentía, coraje

δειλία-ας, ἡ

[sust.]

cobardía

τόλμα-ης, ἡ

[sust.]

ánimo, resolución, audacia, valor

φόβος-ου, ὁ

[sust.]

miedo

φόβος-ου, ὁ

[sust.]

miedo, temor, terror, pavor

valentiaValentía

ἀθυμία-ας, ἡ

[sust.]

desaliento

ἀνδρεῖος-α-ον

[adj.]

varonil, valiente, valeroso

δειλός-ή-όν

[adj.]

miserable, tímido, cobarde

τολμηρός-ά-όν

[adj.]

atrevido

φοβερός-ά-όν

[adj.]

terrible, temible, espantoso

τολμάω

[v.]

atreverse

δειλιάω

[v.]

ser cobarde

δείδω

[v.]

temer

φοβέομαι

[v.]

temer

φοβέω

[v.]

aterrar

αἰδώς-ους, τὸ

[sust.]

respeto

ἀσέβεια-ας, ἡ

[sust.]

irreverencia

σέβας, τὸ [indecl.]

[sust.]

respeto

ψόγος-ου, ὁ

[sust.]

desprecio

εὐμάρεια-ας, ἡ

[sust.]

desenvoltura

ἀναίδεια-ας, ἡ

[sust.]

descaro

αἰδοῖος-α-ον

[adj.]

respetable

ἀσεβής-ές

[adj.]

irreverente

ὑβριστικός-ή-όν

[adj.]

irrespetuoso

σέβω

[v.]

respetar

καταπτύω

[v.]

despreciar

αἰδέομαι

[v.]

respetar

ἀτιμάζω

[v.]

despreciar

εὐέπεια-ας, ἡ

[sust.]

cortesía

ἀπρέπεια-ας, ἡ

[sust.]

descortesía

ἀστεῖος-α-ον

[adj.]

cortés

ἀπρεπής-ές

[adj.]

descortés

πραότης-ητος, ἡ

[sust.]

afabilidad

ἀγροικία-ας, ἡ

[sust.]

tosquedad

πρᾷος-πραῖα-πρᾷον

[adj.]

afable

ἀγροικός-ή-όν

[adj.]

tosco

ἀπαίδευτος-ον

[adj.]

no instruido, inculto

ἄγριος-α-ον

[adj.]

salvaje, fiero, silvestre

ἀγρεῖος-α-ον

[adj.]

campestre, rústico

concienciaConciencia

αἴσθησις-εως, ἡ

[sust.]

conciencia

σύνοιδα

[v.]

tener conciencia [+ part.]

λιποψυχέω

[v.]

perder la conciencia

φρήν-φρενός, ἡ

[sust.]

alma

ψυχή-ῆς, ἡ

[sust.]

alma

δαίμων-ονος, ὁ

[sust.]

espíritu

ἔνος-ους, τὸ

[sust.]

costumbre, uso

ἦθος-ους, τὸ

[sust.]

carácter, costumbre, temple

ἤθη-ης, ἡ

[sust.]

moral

ἠθικός-ή-όν

[adj.]

moral, ético

ἀρητή-ῆς, ἡ

[sust.]

valor, virtud, mérito

κακία-ας, ἡ

[sust.]

vicio

διαστροφή-ῆς, ἡ

[sust.]

perversidad

πρᾷος-πραεῖα-πρᾷον

[adj.]

benigno

στρεβλός-ή-όν

[adj.]

perverso

ἤπιος-α-ον

[adj.]

benigno

φιλανθρωπία-ας, ἡ

[sust.]

caridad

φιλαυτία-ας, ἡ

[sust.]

egoísmo

φιλάνθρωπος-ον

[adj.]

caritativo, humano, bondadoso

φίλαυτος-ον

[adj.]

egoísta

φθόνος-ου, ὁ

[sust.]

envidia, celos

φθονερός-ά-όν

[adj.]

celoso, envidioso

φιλανθρωπεύομαι

[v.]

ser humano [pas.] ser tratado con humanidad

φθονέω

[v.]

envidiar [+dat.]

ζηλόω

[v.]

envidiar, rivalizar

pacienciaPaciencia

καρτερία-ας, ἡ

[sust.]

paciencia

ὀργή-ῆς, ἡ

[sust.]

cólera, ira

καρτερικός-ή-όν

[adj.]

paciente

ὀργίλος-η-ον

[adj.]

airado

καρτερέω

[v.]

tener paciencia, soportar, obstinarse [+part.]

ὀργίζω

[v.]

airar, irritar, encolerizar

ὑπομένω [v.] soportar, resistir ἀναξιοπαθέω [v.] indignarse por un trato inmerecido

ταπεινότης-ητος, ἡ

[sust.]

humildad

ὕβρις-εως, ἡ

[sust.]

orgullo, insolencia, soberbia

ταπεινός-ή-όν

[adj.]

humilde

ὑβριστής-οῦ, ὁ

[sust.]

insolente, soberbio

ὑβριστικός-ή-όν

[adj.]

irrespetuoso

ταπεινόω

[v.]

humillar

ὑβρίζω

[v.]

ser soberbio, injuriar

πραότης-ητος, ἡ

[sust.]

mansedumbre

τραχύτης-ητος, ἡ

[sust.]

fiereza

πρᾷος-πραεῖα-πρᾷον

[adj.]

manso

τραχύς-εῖα-ύ

[adj.]

fiero

πραύνω

[v.]

apaciguar

ἀστοργία-ας, ἡ

[sust.]

crueldad

δεινός-ή-όν

[adj.]

cruel

σχέτριος-α-ον

[adj.]

cruel

ἄγριος-α-ον

[adj.]

cruel

ἐλευθηριότης-ητος, ἡ

[sust.]

liberalidad

πλεονεξία-ας, ἡ

[sust.]

avaricia

φιλαργυρία-ας, ἡ

[sust.]

avaricia

ἐλευθέριος-α-ον

[adj.]

liberal

φυλάργυος-ον

[adj.]

avaro

      πλεονέκτης-ου, ὁ  [adj.] avaricioso

ἀνάλωμα-ατος, τὸ

[sust.]

derroche

ταπεινότης-ητος, ἡ

[sust.]

mezquindad

ἀναλίσκω

[v.]

derrochar

ταπεινός-ή-όν

[adj.]

mezquino

ἀγλαία-ας, ἡ

[sust.]

fasto

φειδωλία-ας, ἡ

[sust.]

parsimonia

τρυφή-ῆς, ἡ

[sust.]

lujo

τρυφερός-ά-όν

[adj.]

lujoso

φειδωλός-ά-όν

[adj.]

parsimonioso

moderacionModeración

μετριτῆς-ητος, ἡ

[sust.]

moderación

ὀψοφαγία-ας, ἡ

[sust.]

gula

ἐγκρατεία-ας, ἡ

[sust.]

moderación

μέθη-ης, ἡ

[sust.]

borrachera

μέτριος-α-ον

[adj.]

sobrio, comedido

πάροινος-ον

[adj.]

borracho

ἐγκρατής-ές

[adj.]

moderado en [+gen.]

μετριάζω

[v.]

moderarse

μεθύω

[v.]

estar borracho

ἀπαλλαγή-ῆς, ἡ

[sust.]

abstinencia

ἀπαλάττομαι

[v.]

abstenerse de [+gen.]

ἀσιτέω

[v.]

ayunar

ἀσιτία-ας, ἡ

[sust.]

falta de alimento, ayuno

ἄσιτος-ον

[adj.]

sín comida, en ayunas

castidadCastidad

ἄγνευμα-ατος, τὸ

[sust.]

castidad

ἀσέλγεια-ας, ἡ

[sust.]

lujuria

ἀγνός-ή-όν

[adj.]

puro

ἀσελγής-ές

[adj.]

lujurioso

χρηστότης-ητος, ἡ

[sust.]

honestidad

ἀδικία-ας, ἡ

[sust.]

deshonestidad

χρηστός-ή-όν

[adj.]

honesto

ἄδικος-ον

[adj.]

deshonesto

ἄδολος-ον

[adj.]

sin engaño, honrado

ἀδικέω

[v.]

cometer injusticia, delinquir

actitudActitud

σχῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

actitud

χειρονομία-ας, ἡ

[sust.]

ademán

χεριονομέω

[v.]

gesticular

εὐσχημοσύνη-ης, ἡ

[sust.]

gallardía

ἀμέλεια-ας, ἡ

[sust.]

desaliño

εὐσχήμων-ον

[adj.]

gallardo

ἀμελής-ές

[adj.]

desaliñado

ἀμελέω

[v.]

descuidar, despreocuparse

εὐπρεπεία-ας, ἡ

[sust.]

elegancia

ἀτοπία-ας, ἡ

[sust.]

extravagancia

γελοιότης-ητος, ἡ

[sust.]

ridiculez

ταπεινότης-ητος, ἡ

[sust.]

vulgaridad

εὐπρεπής-ές

[adj.]

elegante

ἄτοπος-ον

[adj.]

extravagante

γελοῖος-α-ον

[adj.]

ridículo

φαῦλος-η-ον

[adj.]

vulgar

ἄχαρις-ιτοσ

[adj.]

soso

naturalidadNaturalidad

εἰκός-οτος, τὸ

[sust.]

lo natural

τρυφή-ῆς, ἡ

[sust.]

afectación

φυσικός-ή-όν

[adj.]

natural, innato

ἁπαλότης-ητος, ἡ

[sust.]

delicadeza

ἀτοπία-ας, ἡ

[sust.]

rareza, cosa fuera de lugar, extravagancia

γελοιότης-ητος, ἡ

[sust.]

ridiculez

μαλακότης-ητος, ἡ

[sust.]

afeminación

τρυφερος-α-ον

[adj.]

afectado

εἰκός [ἐστιν]

[v.]

es natural (que)

ἁπαλός-ή-όν

[adj.]

delicado, blando

ἄτοπος-ον

[adj.]

raro, extraño, extravagante, absurdo

γελοῖος-α-ον

[adj.]

ridículo, gracioso

μαλακός-ή-όν

[adj.]

afeminado,blando