Como Ser en Sociedad

24.Comunicación (de Ideas y Sentimientos)

Comunicación

Lenguaje

Expresión

Enseñanza

Escritura



 comunicacionComunicación

δήλωσις-εως, ἡ

[sust.]

manifestación, prueba

κάλυψις-εως, ἡ

[sust.]

ocultación

δῆλος-η-ον

[adj.]

visible, manifiesto δῆλον ἐστιν es(tá) claro (que), es evidente que

κρυπτός-ή-όν

[adj.]

oculto

δηλόω

[v.]

hacer visible, manifestar, mostrar

σημαίνω

[v.]

señalar, dar la señal o contraseña, mostrar

ἀποδείκνυμι

[v.]

manifestar

κρύτω

[v.]

ocultar, esconder

δείκνυμι

[v.]

mostrar

καλύπτω

[v.]

ocultar

      ἐγκαλύπτω [v.] ocultar
     

κρύβω

[v.] ocultar

ἀποκάλυψις-εως, ἡ

[sust.]

descubrimiento

κάλυψις-εως, ἡ

[sust.]

cubrimiento

ἀκάλυπτος-ον

[adj.]

descubierto

στηγανός-ή-όν

[adj.]

cubierto

καλυπτός-ή-όν

[adj.]

cubierto

ἀμφίλογος-ον

[adj.]

de doble sentido, dudoso

εὑρίσκω

[v.]

encontrar, localizar, descubrir, hallar, inventar

ἀποκρύπτω

[v.]

cubrir

ἐφικνέομαι [v.] encontrar      

καταλαμβάνω

[v.]

descubrir

στέγω

[v.]

cubrir

λάθρᾳ

[adv.]

en secreto

σημεῖον-ου, τὸ

[sust.]

signo, marca, indicación

σῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

signo

σύμβολον-ου, τὸ

[sust.]

símbolo

σύνθημα-ατος, τὸ

[sust.]

señal, santo y seña

στίγμα-ατος, τὸ

[sust.]

marca

ἴχνος-ους, τὸ

[sust.]

huella

σχῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

figura, carácter, apariencia, actitud

χειρονομία-ας, ἡ

[sust.]

ademán

σκυθρωπόν-ου, τὸ

[sust.]

ceño

σκυθρωπός-ή-ον

[adj.]

ceñudo

συμβολικός-ή-ον

[adj.]

simbólico

ἀποφαίνω

[v.]

mostrar, señalar

στίζω

[v.]

marcar

σημειόω

[v.]

marcar

ἐνδείκνυμι

[v.]

indicar

μηνύω

[v.]

indicar

σημαίνω

[v.]

señalar, dar la señal o contraseña, mostrar

χειρονομέω

[v.]

gesticular

γέλως-ωτος, ὁ

[sust.]

risa

δάκρυον-ου, τὸ

[sust.]

lágrima, llanto

κλαῦσις-εως, ἡ

[sust.]

lloro

πένθος-ους, τὸ

[sust.]

luto

γελοῖος-α-ον

[adj.]

gracioso

δύσφρων-ον

[adj.]

triste, lamentable, malévolo

γελάω

[v.]

reir, reirse, sonreir 

μύρομαι

[v.]

llorar

κλαίω

[v.]

llorar

δακρύω

[v.]

llorar

πενθέω

[v.]

estar de luto

φωνή-ῆς, ἡ

[sust.]

voz, sonido

σιγή-ῆς, ἡ

[sust.]

silencio

ἠχώ-οῦς, τὸ

[sust.]

sonido

σιωπή-ῆς, ἡ

[sust.]

silencio

εὐφωνία-ας, ἡ

[sust.]

buena voz

ἀφωνία-ας, ἡ

[sust.]

afonía

βραχυφωνία-ας, ἡ

[sust.]

voz débil

βοή-ῆς, ἡ

[sust.]

grito

ῥέγξις-εως, ἡ

[sust.]

ronquera

ψόφος-ου, ὁ

[sust.]

ruido

θόρυβος-ου, ὁ

[sust.]

ruido

ἀκουστική-ῆς, ἡ

[sust.]

acústica

μουσική-ῆς, ἡ

[sust.]

música

κλαυγή-ῆς, ἡ

[sust.]

clamor

κελαδεινός-ή-ον

[adj.]

ruidoso

σιωπελός-ή-όν

[adj.]

silencioso

ἠχητικός-ή-ον

[adj.]

sonoro

σιγηλός-ή-όν

[adj.]

silencioso

ἀκουστικός-ή-ον

[adj.]

acústico

ῥεγκώδης-ες

[adj.]

ronco

βοάω

[v.]

gritar

ἄφωνος-ον

[adj.]

sin voz

ἠχέω

[v.]

sonar

σιγάω

[v.]

callar, estar en silencio

σιωπάω

[v.]

callar

 lenguajeLenguaje  

γλῶσσα [γλῶττα]-ης, ἡ

[sust.]

lengua, lenguaje

φωνή-ῆς, ἡ

[sust.]

sonido, voz humana

γραμματικός-ή-ον

[adj.]

gramático

ἔπος-εος, τὸ

[sust.]

palabra, poesía épica, verso

λόγος-ου, ὁ

[sust.]

palabra, relato, dicho, razón λόγῳ de palabra, aparentemente; λόγῳ...ἔργῳ...de palabra…de hecho…

προφορά-ᾶς, ἡ

[sust.]

pronunciación

τόνος-ου, ὁ

[sust.]

acento

προσῳδία-ας, ἡ

[sust.]

forma de hablar

ἄρθρον-ου, τὸ

[sust.]

artículo

ὄνομα-ατος, τὸ

[sust.]

nombre

ἐπίθετος-ου, ὁ

[sust.]

adjetivo

ἀντωνυμία-ας, ἡ

[sust.]

pronombre

ῥῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

verbo

ἐπίρρημα-ατος, τὸ

[sust.]

adverbio

πρόθεσις-εως, ἡ

[sust.]

preposición

σύνδεσμος-ου, ὁ

[sust.]

conjunción

ἐπιφώνημα-ατος, τὸ

[sust.]

interjección

λεξικόν-οῦ, τὸ

[sust.]

léxico

ὀνομαστός-ή-ον

[adj.]

que se puede nombrar, famoso

φθέγγομαι

[v.]

pronunciar

ορθωτονέω

[v.]

acentuar

ὀνομάζω

[v.]

nombrar

κλῆσις-εως, ἡ

[sust.]

llamada

καλέω

[v.]

llamar

φωνέω [v.] llamar      
κλῄζω [v.] [pas.] ser llamado      

ἐρώτησις-εως, ἡ

[sust.]

acto de preguntar, pregunta

ἀπόκρισις-εως, ἡ

[sust.]

respuesta

ἐρωτάω

[v.]

preguntar, interrogar

ἀποκρίνομαι

[v.]

responder, contestar

πυνθάνομαι

[v.]

preguntar

ὑποτυγχάνω

[v.]

responder

           

διάλογος-ου, ὁ

[sust.]

conversación

ὁμιλία-ας, ἡ

[sust.]

conversación, trato, compañía

λεκτέος-α-ον

[adj.]

que ha de ser dicho

διαλέγομαι

[v.]

[med.] conversar, hablar con [+dat.]

λαλέω

[v.]

hablar, charlar

μετάφημι

[v.]

hablar entre, hablar a [+dat.]

πρόσφημι

[v.]

hablar a, dirigirse

εἴρω [v.] hablar      

νεῖκος-ους, τὸ

[sust.]

discusión

νεικέω

[v.]

discutir

ἀμφισβετέω

[v.]

discutir

διαλέγομαι

[v.]

discutir

λογισμός-οῦ, ὁ

[sust.]

razonamiento

δόλος-ου, ὁ

[sust.]

engaño, trampa

λόγος-ου, ὁ 

[sust.]

argumento

ψεῦδος-εως, ἡ

[sust.]

mentira, falsedad, engaño

ἀπάτη-ης, ἡ

[sust.]

engaño

ψεύστης-ου, ὁ

[sust.]

embustero

εὔλογος-ον

[adj.]

lógico

δόλιος-α-ον

[adj.]

engañoso, astuto

ἄδολος-ον

[adj.]

sin engaño, honrado

δολερός-ά-όν

[adj.]

engañoso

ἀπατηλός-ή-όν

[adj.]

engañoso

τεκμαίρομαι

[v.]

argumentar

ψεύδομαι

[v.]

mentir

ἀντιλέγω

[v.]

argüir

ψεύδω

[v.]

engañar

ἀπατάω

[v.]

engañar

βουκολέω

[v.]

engañar

δήλωσις-εως, ἡ

[sust.]

manifestación, prueba

τεκμήριον-ου, τὸ

[sust.]

prueba

ἐξελέγχω

[v.]

probar

ἐλέγχω

[v.]

impugnar

ὄρκος-ου, ὁ

[sust.]

juramento

ἐπιορκία-ας, ἡ

[sust.]

perjurio

ὄμνυμι

[v.]

jurar

ἐπιορκέω

[v.]

perjurar

ἐπίορκοσ

[adj.]

perjuro

ὑποκρισις-εως, ἡ

[sust.]

fingimiento

ὑποκριτής-οῦ, ὁ

[adj.]

fingidor

ψευδής-ές

[adj.]

falso, fingido

προποιέομαι

[v.]

fingir

ὑποκρίνω

[v.]

fingir

      σχηματίζω [v.] fingir

ἐπίκρυψσις-εως, ἡ

[sust.]

disimulo

κρυψίνους-ουν

[adj.]

disimulado

ἐπικρύπτω

[v.]

disimular

ὑπερβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

exageración, exceso

ὑπερβολικός-ή-όν

[adj.]

exagerado

ὑπερβάλλομαι

[v.]

exagerar

 expresionExpresión

λέξις-εως, ἡ

[sust.]

expresión

γράσις-εως, ἡ

[sust.]

expresión

προσηγορία-ας, ἡ

[sust.]

denominación

ῥῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

dicho, discurso

εὔλογος-ον

[adj.]

bien dicho, razonable

ἄφραστος-ον

[adj.]

inexpresable

ἄρρητος-ον

[adj.]

inexpresable

ἄφατος-ον

[adj.]

inexpresable

ἄλογος-ον

[adj.]

inexpresivo

φράζω

[v.]

expresar

λέγω

[v.]

decir, hablar, contar, recoger, expresar

προφέρω

[v.]

expresar

ἔφη

[v.]

dijo ἔφασαν dijeron

ὁρίζω

[v.]

definir

ὑποθέκη-ης, ἡ

[sust.]

sugerencia

ὑποτίθημι

[v.]

sugerir

ὑποβάλλω

[v.]

sugerir

ἀποκάλυψις-εως, ἡ

[sust.]

revelación

ἀνοίγω

[v.]

revelar [+ acus.]

ἐκφαίνω

[v.]

revelar

ἐκδόσις-εως, ἡ

[sust.]

publicación

ἐκφέρω

[v.]

publicar

ἐκδίδωμι

[v.]

publicar

διάχυσις-εως, ἡ

[sust.]

difusión

διαχέω

[v.]

difundir

κατάφασις-εως, ἡ

[sust.]

afirmación

ἄρνησις-εως, ἡ

[sust.]

negación

σύμφημι

[v.]

decir que sí, asentir

ἀπόφημι

[v.]

decir que no, rehusar

κατάφημι

[v.]

afirmar

ἀντιλέγω

[v.]

negar

φημί

 [enclit y postp.]

decir; οὐ φημί niego, digo que no; φασί dicen, φησί dice

γνώμη-ης, ἡ

[sust.]

opinión, juicio,entendimiento, sentencia, consejo, proyecto, razón, comprensión τίνα γνώμην ἔχεις; ¿qué piensas?

κύρωσις-εως, ἡ

[sust.]

confirmación

παλινῳδία-ας, ἡ

[sust.]

retractación

[v.]

confirmar

παλινῳδέω

[v.]

retractarse

ἐξήγησις-εως, ἡ

[sust.]

explicación, interpretación

διαστροφή-ῆς, ἡ

[sust.]

tergiversación

ἐξηγέομαι

[v.]

explicar

διαστρέφω

[v.]

tergiversar

δίειμι

[v.]

continuar, seguir, recorrer, explicar

ἑρμενεύω

[v.]

interpretar

μεταγραφή-ῆς, ἡ

[sust.]

traducción

μεταγράφω

[v.]

traducir

ἄγγελμα-ατος, τὸ

[sust.]

noticia, información

ἄγγελος-ου, τὸ

[sust.]

mensajero, enviado

κῆρυξ-ύκος, ὁ

[sust.]

heraldo, mensajero

εὐαγγέλιον-ου, τὸ

[sust.]

buena nueva

ἀγγέλλω

[v.]

anunciar

φράζω

[v.]

dar a conocer, hablar de, contar

κηρύττω

[v.]

proclamar, anunciar

παραγγέλλω

[v.]

anunciar, transmitir una orden

 ensenanzaEnseñanza

παιδεία-ας, ἡ

[sust.]

educación

παίδευσις-εως, ἡ

[sust.]

educación, enseñanza

τροφή-ῆς, ἡ

[sust.]

educación

διδασκαλικός-ή-ον

[adj.]

didáctico, instructivo

πολυμαθής-ές

[adj.]

instruido

ἀπαίδευτος-ον

[adj.]

no instruido, inculto

φιλομαθής-ές

[adj.]

deseoso de instruirse

δυσμαθής-ές

[adj.]

tardo para aprender, torpe

παιδεύω

[v.]

educar, instruir

διδάσκω

[v.]

enseñar

μανθάνω

[v.]

aprender, comprender, llegar a saber

ἐπίσταμαι

[v.]

saber, entender

οἶδα

[v.]

[perf con sgdo de pres] saber

διδασκαλεῖον-ου, τὸ

[sust.]

escuela

διδάσκαλος-ου, ὁ

[sust.]

maestro

μαθητής-ου, ὁ

[sust.]

alumno, discípulo

παιδαγώγος-ου, ὁ

[sust.]

esclavo, preceptor

ῥήτωρ-ορος, ὁ

[sust.]

orador

σοφιστής-οῦ, ὁ

[sust.]

sofista

σοφιστικός-ή-ον

[adj.]

sofístico, capcioso

μαθηματικά-ων, τὰ

[sust.]

las matemáticas

μῦθος-ου, ὁ

[sust.]

relato, historia, fábula

ἱστορέω

[v.]

narrar, contar

μυθολογέω

[v.]

narrar

 escrituraEscritura

γραφή-ῆς, ἡ

[sust.]

dibujo, escritura, inscripción, acusación

ἀνάγνωσις-εως, ἡ

[sust.]

lectura

συγγραφεύς-έως, ἡ

[sust.]

escritor

ῥαψῳδία-ας, ἡ

[sust.]

recitación

γράμμα-ατος, τὸ

[sust.]

letra, inscripción

ῥαψῳδός-οῦ, ὁ

[sust.]

rapsoda

σγραφίς-ίδος, ἡ

[sust.]

sello

ἀναγιγνώσκω

[v.]

reconocer, leer

ἐπιστολή-ῆς, ἡ

[sust.]

mensaje, carta

ῥαψῳδέω

[v.]

recitar

ἔπος-εος, τὸ

[sust.]

palabra, poesía épica, verso

διθίραμβος-ου, ὁ

[sust.]

ditírambo

ἴαμβος-ου, ὁ

[sust.]

yambo

παραδεῖγμα-ατος, τὸ

[sust.]

modelo

ἀντίγραφον-ου, τὸ

[sust.]

copia

γράφω

[v.]

escribir, dibujar

ἀναγράφω

[v.]

inscribir

καταγράφω

[v.]

inscribir

πάπυρος-ου, ὁ

[sust.]

papiro

γραφίς-ίδος, ἡ

[sust.]

pluma (para escribir)

βιβλίον, ου, τὸ

[sust.]

libro