Industria y Oficio

31. Comercio

Comercio

Compra

Monedas



 comercioComercio

ἐμπορία-ας, ἡ

[sust.]

comercio

ἐμπορίον-ου, τὸ

[sust.]

emporio, mercado, puerto de comercio, mercancia

χρηματίζομαι

[v.]

comerciar

ωνέομαι

[v.]

comerciar

κέρδος-ους, τὸ

[sust.]

interés, ganancia

ἀποβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

pérdida

εὐργεσια-ας, ἡ

[sust.]

beneficio

κερδαίνω

[v.]

ganar

ἀπόλλυμι

[v.]

perder

δανεισμός-οῦ, ὁ

[sust.]

préstamo

ὀφειλή-ῆς, ἡ

[sust.]

deuda

δανειστής-οῦ, ὁ

[sust.]

acreedor

δανείζω

[v.]

prestar

ὀφείλω

[v.]

adeudar

κίχρημι

[v.]

prestar; [med.] tomar prestado

 compraCompra

ἔμπορος-ου, ὁ

[sust.]

comerciante, mercader

πωλητής-οῦ, ὁ

[sust.]

vendedor

ὠνητής-οῦ, ὁ

[sust.]

cliente

ὤνια-ων,τὰ

[sust.]

mercancias 

σκηνή-ῆς, ἡ

[sust.]

tienda

κερδαίνω

[v.]

lucrarse, sacar provecho

πωλέω

[v.]

vender

ὠνέομαι

[v.]

comprar

ἀποδίδωμι

[v.]

pagar

δαπάνη-ης, ἡ

[sust.]

gasto

φειδωλία-ας, ἡ

[sust.]

ahorro

δαπανηρός-ή-όν

[adj.]

gastoso

φειδωλός-ή-όν

[adj.]

ahorrativo

ἀναλίσκω

[v.]

gastar

φείδομαι

[v.]

ahorrar [+gen.]

δαπανάω

[v.]

gastar, consumir

οὐσία-ας, ἡ

[sust.]

propiedad

κτῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

posesión

χρῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

[pl] bienes

ὑπάρχοντα τὰ [sust.] [pl] bienes

κτάομαι

[v.]

adquirir

ἔχω

[v.]

tener

 monedasMonedas

χρῆμα-ατος, τὸ

[sust.]

dinero

νόμισμα-ατος, τὸ

[sust.]

moneda

δραχμή-ῆς, ἡ

[sust.]

dracma

μνά-ᾶς, ἡ

[sust.]

mina (moneda)

ὀβολός-οῦ, ὁ

[sust.]

óbolo