Conocimiento

17.Espacio

Colocación

Cubrimiento

Unión

Reunión

Composición

Sujeción

Inclusión

Introducción

Captura

Recipiente




 colocacionColocación

θέσις-εως, ἡ

[sust.]

colocación, posición

ἀτοπία-ας, ἡ

[sust.]

rareza, cosa fuera de lugar

ἄτοπος-ον

[adj.]

raro, extraño

ἐφίστημι

[v.]

poner en; [med.] pararse

καθίστημι

[v.]

poner, colocar, [med e intrans act] establecer [+ei)ç +acus.], llegar a ser

ἵστημι

[v.]

colocar, levantar,[aor tem intrans] ponerse en pie, estar de pie, [perf intrans] estar de pie

τίθημι

[v.]

poner

ἀφαιρέω

[v.]

quitar [+acus. +acus., dat.]

ἐπικαθίζω [v.] poner, estar sentado

περιαιρέω

[v.] quitar

ἀνατίθημι

[v.]

colocar encima, consagrar, colgar; [med.] encargarse

ἀνέλκω

[v.]

arrancar

ἐπιτίθημι

[v.]

colocar, [+acus.] sobre [+dat.], sobreponer

ἀναβάλλω [v.] ponerse encima      

παρένθεσις-εως, ἡ

[sust.]

interposición

παρεντίθημι

[v.]

interponer

ἀντιστροφή-ῆς, ἡ

[sust.]

inversión (pos.)

ἀναστρόφιος-ον

[adj.]

inverso

ἀναστρέφω

[v.]

invertir (pos.)

ἀπόδοσις-εως, ἡ

[sust.]

reposición

ἀποκατάστασις-εως, ἡ

[sust.]

reposición

ἀποδίδωμι

[v.]

reponer

ἀποκαθίστημι

[v.]

restablecer

πρότερος-α-ον

[adj.]

anterior

ὀπίσθιος-α-ον

[adj.]

posterior (pos.)

πρόκειμαι

[v.]

estar situado delante

 cubrimientoCubrimiento

κάλυψις-εως, ἡ

[sust.]

cubrimiento

εὕρημα-ατος, τὸ

[sust.]

descubrimiento

καλυπτός-ή-όν

[adj.]

cubierto

ἀκάλυπτος-ον

[adj.]

descubierto

στέργω

[v.]

cubrir

εὑρίσκω

[v.]

descubrir

ἀποκρύπτω

[v.]

cubrir

καταλαμβάνω

[v.]

descubrir

καλύπτω

[v.]

tapar

ἀνακαλύπτω

[v.]

destapar

ἐγκαλύπτω [v.] tapar      

κλειστός-ή-όν

[adj.]

cerrado

ἀκληστός-ή-όν

[adj.]

abierto

κλείω

[v.]

cerrar

ἀνοίγω

[v.]

abrir

ἐμπόδισμα-ατος, τὸ

[sust.]

obstrucción

ἐμπόδιος-ον

[adj.]

obstructivo

ἐμποδίζω

[v.]

obstruir

ἔρεισμα-ατος, τὸ

[sust.]

apoyo

ἐκκρεμασις-εως, ἡ

[sust.]

suspensión

ἔδαφος-ους, τὸ

[sust.]

fondo

κλίνω

[v.]

apoyar

μετέωρος-ον

[adj.]

suspendido

ἐρείδω

[v.]

apoyar

κρεμαστός-ή-όν

[adj.]

suspendido

προσερείδω [v.] apoyarse sobre, en      
διερείδω [v.] apoyarse en      

ἐγκλίνω

[v.] apoyarse      

βεβαιόω

[v.]

basar

κρεμάννυμι

[v.]

suspender

 unionUnión

σύνεσις-εωσς, ἡ

[sust.]

unión

χορισμός-οῦ, ὁ

[sust.]

separación

κρᾶσις-εως, ἡ

[sust.]

unión

συνίστημι

[v.]

unir

διίστημι

[v.]

separar

συνέρχομαι

[v.]

unirse

ἀφίστημι

[v.]

separar

ἐκβάλλω

[v.]

echar fuera, arrojar, tirar

ἀπαλλαγή-ῆς, ἡ

[sust.]

apartamiento

ἀμύνω

[v.]

apartar

ἀφέλκω

[v.]

apartar

ἀφίστημι

[v.]

apartar

      ἀπαλλάσσω [v.] apartar

ἀναχωρέω

[v.]

retirarse

εἴκω

[v.]

[+dat.] ceder, retirarse

εἰσκομίζομαι

[v.]

retirarse

ὑποχωρέω

[v.]

retirarse

διαίρεσις-εως, ἡ

[sust.]

división

διίστημι

[v.]

dividir

διαιρέω

[v.]

dividir

τομή-ῆς, ἡ

[sust.]

corte

τέμνω

[v.]

cortar

ἀποκόπτω

[v.]

cortar

δῆγμα-ατος, τὸ

[sust.]

mordedura

δάκνω

[v.]

morder

θραῦσις-εως, ἡ

[sust.]

rotura

ἄγνυμι

[v.]

romper, rasgar

ῥήγνυμι

[v.]

romper, brotar

     

περιρρήγνυμι

[v.] rasgarse las vestiduras

θραύω

[v.]

romper, machacar

μασάομαι

[v.]

masticar

τρίβω

[v.]

moler

κνάω

[v.]

raspar

 reunionReunión

ὁμιλία-ας, ἡ

[sust.]

reunión

σύνοδος-ου, ἡ

[sust.]

reunión

ἀγείρω

[v.]

reunir

συλλαμβάνω

[v.]

tomar juntamente, reunir, arrestar

συλλέγω

[v.]

reunir, juntar

συμβαίνω

[v.]

convenir, reunir

συναγείρω

[v.]

[trans] reunir, juntar; [med intrans] juntar para sí

σύνειμι

[v.]

estar o vivir con, tratar con, ir juntamente, reunirse

συνέρχομαι

[v.]

llegar juntamente, ir juntos, reunirse

πομπή-ῆς, ἡ

[sust.]

acompañamiento

ἰδιωσις-εως, ἡ

[sust.]

aislamiento

ἀκολουθέω

[v.]

acompañar

ἐρημόω

[v.]

aislar

ἕπομαι

[v.]

acompañar [+dat.]

συνδρομή-ῆς, ἡ

[sust.]

concurrencia

ὅμιλος-ου, ὁ

[sust.]

multitud, muchedumbre

ὄχλος-ου, ὁ

[sust.]

muchedumbre

συντρέχω

[v.]

concurrir

σύστασις-εως, ἡ

[sust.]

conjunto

συλλογή-ῆς, ἡ

[sust.]

colección

σειρά-ᾶς, ἡ

[sust.]

serie

ὄγκος-ου, ὁ

[sust.]

montón

δεσμή-ῆς, ἡ

[sust.]

haz

μεῖξις-εως, ἡ

[sust.]

mezcla

συλλέγω

[v.]

coleccionar

κεράννυμι

[v.]

mezclar

μειγνύω [v.] mezclar      

ἀκαθαρσία-ας, ἡ

[sust.]

impureza

καθαρότης-ητος, ἡ

[sust.]

pureza

ἀκάθαρτος-ον

[adj.]

impuro

καθαρός-ή-όν

[adj.]

puro

μιαρός-ά-όν

[adj.]

impuro

κόσκινον-ου, τὸ

[sust.]

criba

κοσκινεύω

[sust.]

cribar

διύλισις-εως, ἡ

[sust.]

filtración

διυλίζω

[v.]

filtrar

μεταγγίζω

[v.]

trasvasar

 composicionComposición

σύνθεσις-εως, ἡ

[sust.]

composición

διάλισις-εως, ἡ

[sust.]

descomposición

συνίστημι

[v.]

componer; [med.]componerse

διαλύω

[v.]

descomponer

συντάττω

[v.]

ordenar, juntar, disponer

ἀνίημι

[v.]

descomponer

συντίθημι

[v.]

componer, disponer, [med.] contratar

ταράσσω

[v.]

descomponer

διατίθημι

[v.]

disponer

           

δεσμός-οῦ, ὁ

[sust.]

enlace

συναφεία-ας, ἡ

[sust.]

conexión

συναφής-ές

[adj.]

conectado

δεσμόω

[v.]

enlazar

συνάγω

[v.]

enlazar, relacionar, conectar

συναρμογή-ῆς, ἡ

[sust.]

acoplamiento

συναρμόζω

[v.]

acoplar

ζεύγνυμι

[v.]

acoplar

στρόφιγξ-ιγγος, ἡ

[sust.]

gozne

ἄρθρον-ου, τὸ

[sust.]

articulación

διαρθρόω

[v.]

articular

 sujecionSujeción

ἐποχή-ῆς, ἡ

[sust.]

sujeción

περονή-ῆς, ἡ

[sust.]

broche, hebilla

ἐπέχω

[v.]

sujetar

ἅπτω

[v.]

sujetar

δέω

[v.]

abrochar

συνδέω

[v.]

abrochar

αἱρέω

[v.]

coger [med.]

ἀναλαμβάνω

[v.]

recoger

καταλαμβάνω

[v.]

coger por completo

κρέμαμαι

[v.]

estar colgado

ἀλειπτός-ή-όν

[adj.]

untado

κολλάω

[v.]

pegar

ἀλείφω

[v.]

untar

χρίω

[v.]

untar

δεσμός-οῦ, ὁ

[sust.]

nudo

ἄδεσμος

[adj.]

desatado

δέω

[v.]

atar

λύω

[v.]

soltar, desatar; [med.]soltar para sí, liberar

ἅπτω

[v.]

atar, anudar

καταλύω

[v.]

desatar por completo

δεσμέω

[v.]

atar

ἐκλύω

[v.]

desatar

κλωστήρ-ῆρος, ὁ

[sust.]

hilo

μήρινθος-ου, ὁ

[sust.]

cuerda

ἱμάς-αντος, ὁ

[sust.]

correa

δέσμα-ατος, τὸ

[sust.]

cadena, lazo

κλοιός-οῦ, ὁ [sust.] cadena, collar      

πλοκή-ῆς, ἡ

[sust.]

enredo

λύσις-εως, ἡ

[sust.]

desenredo

κλωστός-ή-όν

[adj.]

hilado

δεσμεύω

[v.]

encadenar

κλώθω

[v.]

hilar

ἐμπλέκω

[v.]

enredar

λύω

[v.]

desenredar

 inclusionInclusión

ἀποκλῃσις-εως, ἡ

[sust.]

exclusión

ἐκβολή-ῆς, ἡ

[sust.]

expulsión

ἀπόκλειστος-η-ον

[adj.]

excluido

συλλαμβάνω

[v.]

incluir

εἴργω

[v.]

excluir

περιέχω

[v.]

incluir

ἐξείργω

[v.]

excluir

ἐκδιώκω

[v.]

expulsar

εἰσαγογή-ῆς, ἡ

[sust.]

introducción

ἐξαίρεσις-εως, ἡ

[sust.]

extracción

εἰσάγω

[v.]

introducir

ἐξαιρέω

[v.]

extraer

εἴσειμι

[v.]

introducirse

ἐξάγω

[v.]

sacar

ἐπάγω

[v.]

introducir

ἐκφέρω

[v.]

sacar

εἰσβάλλω

[v.]

meter

μύζω

[v.]

chupar

ἐμβάλλω

[v.]

meter

ὀρύττω

[v.]

excavar

ειστίθημι

[v.]

meter

φῦσα-ης, ἡ

[sust.]

fuelle

κένωμα-ατος, τὸ

[sust.]

vacío

πλήρης-ες

[adj.]

lleno (de [+gen.])

κενός-ή-όν

[adj.]

vacío

πληρόω

[v.]

llenar

κενόω

[v.]

vaciar

πίμπλημι

[v.]

llenar; [med.] llenar para sí

 introduccionIntroducción

ἐσωτικός-ή-όν

[adj.]

interno

εἰσέρχομαι

[v.]

internarse [+εἰς + acus.]

κατάδυσις-εως, ἡ

[sust.]

inmersión, sumersión

καταδύω

[v.]

sumergir, hundirse

τάφος-ους, τὸ

[sust.]

entierro

ταφή-ῆς, ἡ [sust.] entierro, sepulcro      

θάπτω

[v.]

enterrar, sepultar

κατακλεῖσις-εως, ἡ

[sust.]

encierro

κατακλείω

[v.]

encerrar

καθείργω

[v.] encerrar      

ἔλυτρον-ου, τὸ

[sust.]

envoltura

ἐντυλίσσω

[v.]

envolver

ζώννυμι

[v.]

ceñir

 capturaCaptura

λαμβάνω

[v.]

tomar, coger; [med+gen.] tomar para sí, coger para sí

λύω

[v.]

soltar

αἱρέω

[v.]

coger 

ἀπολύω

[v.]

soltar de, líberar, absolver, destruir

καταλαμβάνω

[v.]

coger por completo

ἀφίημι

[v.]

soltar

ἀπάγω

[v.]

coger

ἔρχατος-ου, ὁ

[sust.]

reja

φράσσω

[v.]

cercar

 recipienteRecipiente

 

κῦτος-ους, τὸ

[sust.]

recipiente, vasija

θήκη-ης, ἡ

[sust.]

caja, baúl

ἀποθήκη-ης, ἡ

[sust.]

armario

κρέμαθρα-ας, ἡ

[sust.]

cesta

κάνεον-ου, τὸ

[sust.]

cesto

σάκκος-ου, ὁ

[sust.]

saco

ἀσκός-οῦ, ὁ

[sust.]

bolsa, odre

πίθος-ου, ὁ

[sust.]

cuba

σκύφος-ου, ὁ

[sust.]

taza

δέπας-αος, τὸ

[sust.]

vaso

λεκάνη-ης, ἡ

[sust.]

plato

πίναξ-ακος, ὁ

[sust.]

bandeja