Mundo Orgánico

6.Reino Vegetal

Botánica

Huerto

Cereal

Flores

Árboles





 botanicaBotánica

βοτανική τέχνη-ης, ἡ

[sust.]

botánica

φυτεία-ας, ἡ

[sust.]

planta

φυτόν-οῦ, τὸ

[sust.]

planta, vegetal

σπέρμα-ατος, τὸ

[sust.]

semilla

ῥίζα-ης, ἡ

[sust.]

raíz

φῦμα-ατος, τὸ

[sust.]

tubérculo

βολβός-οῦ, ὁ

[sust.]

bulbo, cebolla

καυλός-οῦ, ὁ

[sust.]

tallo

θαλλός-οῦ, ὁ

[sust.]

tallo

ξύλον-ου, ὁ

[sust.]

tronco, madera

κορμός-οῦ, ὁ

[sust.]

tronco

ἅρμα-ατος, τὸ [sust.] tronco      

κλών-κλωνός, ὁ

[sust.]

rama

κλάδος-ου, ὁ

[sust.]

rama

φλοιός-οῦ, ὁ

[sust.]

corteza

φύλλον-ου, τὸ

[sust.]

hoja

πέταλον-ου, τὸ

[sust.]

hoja

φυλλάς-άδος, ἡ

[sust.]

follaje

ἀποτομή-ῆς, ἡ

[sust.]

poda

ἄνθος-ους, τὸ

[sust.]

flor

βλαστημός-οῦ, ὁ

[sust.]

floración

νέκταρ-αρος, τὸ

[sust.]

néctar

καρπός-οῦ, ὁ

[sust.]

fruto

κόκκος-ου, ὁ

[sust.]

grano

σιρός-οῦ, ὁ

[sust.]

granero

ὅρριον-ου, ὁ

[sust.]

granero

κέλυφος-ου, ὁ

[sust.]

cáscara

περικάρδιον-ου, τὸ

[sust.]

piel de fruta

βοτανικός-ή-όν

[adj.]

botánico

κλαδώδης-ες

[adj.]

ramoso

σύσκιος-ον

[adj.]

frondoso

ἀνθηρός-ά-όν

[adj.]

florido

θαλερός-ά-όν

[adj.]

floreciente

εὐκάρπος-ον

[adj.]

fructífero

καρποφόρος-ον

[adj.]

fructífero

φυτεύω

[v.]

plantar

θάλλω

[v.]

florecer

ἀνθέω

[v.]

florecer

θαλέω

[v.]

florecer

καρποφορέω

[v.]

ser fructífero

ἐκκοκίζω

[v.]

desgranar

ἀπολείπω

[v.]

mondar

ῥήγνυμι

[v.]

brotar

περιτίλλω

[v.]

deshojar

μαραίνω

[v.]

marchitar

ἀποτέμνω

[v.]

podar

 huertoHuerto

ὄρχος-ου, ὁ

[sust.]

huerto

κῆπος-ου, ὁ

[sust.]

huerto

βρύον-ου, τὸ

[sust.]

musgo

ἰός-οῦ, ὁ

[sust.]

moho

μύκης-ητος, ἡ

[sust.]

hongo, seta

πτέρις-εως, ἡ

[sust.]

helecho

ποία-ας, ἡ

[sust.]

hierba

ἀκαλήφη-ης, ἡ

[sust.]

ortiga

κώνωιον-ου, τὸ

[sust.]

cicuta

κρόκος-ου, ὁ

[sust.]

azafrán

νομός-οῦ, ὁ

[sust.]

prado

λειμών-ῶνος, ὁ

[sust.]

prado

ὄρχος-ου, ὁ

[sust.]

huerto

λάχανον-ου, τὸ

[sust.]

verdura

κρόμμυον-ου, τὸ

[sust.]

cebolla

πράσον-ου, τὸ

[sust.]

puerro

σκόροδον-ου, τὸ

[sust.]

ajo

ἄκαρνα-ης, ἡ

[sust.]

cardo

ἀσπάραγος-ου, ὁ

[sust.]

espárrago

ῥάφανος-ου, ὁ

[sust.]

col, berza

μηλοπέπων-ονος, ὁ

[sust.]

melón

σίκυος-ου, ὁ

[sust.]

calabaza, pepino

λάχανον-ου, τὸ

[sust.]

legumbre

ἐρέβινθος-ου, ὁ

[sust.]

garbanzo

φάκος-ου, ὁ

[sust.]

lenteja

 cerealCereal

σῖτος-ου, ὁ

[sust.]

cereal

ἄχυρος-ου, τὸ [sust.] paja      
κάρφος-ους, τὸ [sust.] paja      

πυρός-οῦ, ὁ

[sust.]

mies, trigo

κριθή-ῆς, ἡ

[sust.]

cebada, avena

ὄρυζον-ου, ὁ

[sust.]

arroz

πίσος-ου, ὁ

[sust.]

guisante

λίνον-ου, τὸ

[sust.]

lino

κύαμος-ου, ὁ

[sust.]

haba

κάνναβις-εως, ἡ

[sust.]

cáñamo

στυππεῖον-ου, τὸ

[sust.]

estopa

κάκτος-ου, ἡ

[sust.]

cactus

ἄκανθα-ης, ἡ

[sust.]

espino

θρύον-ου, τὸ

[sust.]

junco

κάλαμος-ου, ὁ

[sust.]

caña

φοῖνιξ-ικος, ἡ

[sust.]

palmera

 floresFlores

θάμνος-ου, ὁ

[sust.]

arbusto, maleza

ἄμπελος-ου, ἡ

[sust.]

vid

ἀναδενδράς-άδος, ἡ [sust.] vid trepadora      

στέλεχος-ους, τὸ

[sust.]

cepa

ἄμπελος-ου, ἡ

[sust.]

parra

βότρυς-υος,  ὁ

[sust.] racimo de uva      
ὄμφαξ-ακος, ἡ [sust.] uva verde      

μυρρίνη-ης, ἡ

[sust.]

mirto

κέρδος-ου, ὁ

[sust.]

enebro

ἄκανθα-ης, ἡ

[sust.]

zarza

λύγος-ου, ὁ

[sust.]

mimbre

ῥόδον-ου, τὸ

[sust.]

rosa

ἰάσμη-ης, ἡ

[sust.]

jazmín

νάρκισσος-ου, ὁ

[sust.]

narciso

νάρδος-ου, ὁ

[sust.]

nardo

γεράνιον-ου, τὸ

[sust.]

geranio

λείριον-ου, τὸ

[sust.]

lirio

ἀκανθώδης-ες

[adj.]

espinoso

 arbolesÁrboles

δένδρον-ου, τὸ

[sust.]

árbol

δρυμός-οῦ, ὁ

[sust.]

arboleda

ὕλη-ης, ἡ

[sust.]

bosque, espesura

ὄρος-ους, τὸ

[sust.]

monte

πίτυς-ύος, ἡ

[sust.]

pino

ἐλάτη-ης, ἡ

[sust.]

abeto

κέρδος-ου, ὁ

[sust.]

cedro

κυπάρισσος-ου, ὁ

[sust.]

ciprés

λεύκη-ης, ἡ

[sust.]

álamo

δάφνη-ης, ἡ

[sust.]

laurel

ὀξύα-ασς, ἡ

[sust.]

haya

δρῦς-δρύος, ἡ

[sust.]

encina, roble

φελλός-οῦ, ὁ

[sust.]

corcho

ἰτέα-ας, ἡ

[sust.]

sauce

ἐλάα-ας, ἡ

[sust.]

olivo

ἐλάια-ας, ἡ

[sust.]

olivo

συκή-ῆς, ἡ

[sust.]

higuera

σῦκον-ου, τὸ

[sust.]

higo

μηλέα-ας, ἡ

[sust.]

manzano

μῆλον-ου, τὸ

[sust.]

manzana

ὄγχνη-ης, ἡ

[sust.]

peral, pera

κερασέα-ας, ἡ

[sust.]

cerezo

κεράσιον-ου, τὸ

[sust.]

cereza

προύμνη-ης, ἡ

[sust.]

ciruelo

προύμνον-ου, τὸ

[sust.]

ciruela

καρύα-ας, ἡ

[sust.]

nogal

κάρυον-ου, τὸ

[sust.]

nuez

ἀμυγδαλέα-ας, ἡ

[sust.]

almendro

ἀμυγδάλη-ης, ἡ

[sust.]

almendra

καστανέα-ας, ἡ

[sust.]

castaño

κάστανον-ου, τὸ

[sust.]

castaña

πλάτανος-ου, ἡ

[sust.]

plátano