Como Ser en Sociedad

25. Arte

Arte

Tipos Textuales

Teatro

Pintura

Música






 arteArte

τέχνη-ης, ἡ

[sust.]

técnica, arte

ἀτεχνία-ας, ἡ

[sust.]

inhabilidad, falta de arte

τεχνίτης-ου, ὁ

[sust.]

artista

κάλλος-ους, τὸ

[sust.]

hermosura, belleza

αἶσχος-ους, τὸ

[sust.]

fealdad

ἀμορφία-ας, ἡ

[sust.]

fealdad

καλός-ή-όν

[adj.]

bello, hermoso

αἰσχρός-ά-όν

[adj.]

feo

ἄμορφος-ον

[adj.]

feo

δυσειδής-ές

[adj.]

feo

ἀγάλλω

[v.]

embellecer

κοσμέω

[v.]

embellecer

εὐπρεπεία-ας, ἡ

[sust.]

elegancia

ἀτοπία-ας, ἡ

[sust.]

extravagancia

γελοιότης-ητος, ἡ

[sust.]

ridiculez

εἰρωνεία-ας, ἡ

[sust.]

ironía

εὐπρεπής-ές

[adj.]

elegante

ἄτοπος-ον

[adj.]

extravagante

γελοῖος-α-ον

[adj.]

ridículo

εἰρωνεικός-ή-όν

[adj.]

irónico

γελοίως

[adv.]

ridículamente

σκόπτω

[v.]

ridiculizar

εἰρωνεύομαι

[v.]

ironizar

εἰκός-ότος, τὸ

[sust.]

lo natural

τρυφή-ῆς, ἡ

[sust.]

afectación

φυσικός-ή-όν

[adj.]

natural, innato

ἁπαλότης-ητος, ἡ

[sust.]

delicadeza

ἀτοπία-ας, ἡ

[sust.]

rareza, cosa fuera de lugar, extravagancia

γελοιότης-ητος, ἡ

[sust.]

ridiculez

τρυφερός-ά-όν

[adj.]

afectado

τεχνικός-ή-όν

[adj.]

artificioso

ἁπαλός-ή-όν

[adj.]

delicado, blando

ἄτοπος-ον

[adj.]

raro, extraño, extravagante, absurdo

γελοῖος-α-ον

[adj.]

ridículo, gracioso

εἰκός [ἐστιν ]

[v.]

es natural (que)

σαφήνεια-ας, ἡ

[sust.]

claridad

ἀμφιβολία-ας, ἡ

[sust.]

ambigüedad

φανερός-ά-όν

[adj.]

claro

ἀμφίβολος-ον

[adj.]

ambiguo

σαφής-ές

[adj.]

claro

ἀμφίλογος-ον

[adj.]

de doble sentido, dudoso

δῆλος-η-ον

[adj.]

visible, manifiesto δῆλον ἐστιν es(tá) claro (que), es evidente que

δηλόω

[v.]

hacer visible, manifestar, mostrar

συντομία-ας, ἡ

[sust.]

concisión

ἐκτένεια-ας,ἡ

[sust.]

prolijidad

σύντομος-ον

[adj.]

conciso

ἐκτενής-ές

[adj.]

prolijo

χάρις-χάριτος, ἡ

[sust.]

gracia

ἄχαρις-ιτος, ἡ

[adj.]

soso

γελοιότης-ητος, ἡ

[sust.]

comicidad

γελοιότης-ητος, ἡ

[sust.]

ridiculez

κομικός-ή-όν

[adj.]

cómico

γελοῖος-α-ον

[adj.]

ridículo

γελοίως

[adv.]

ridículamente

σκόπτω

[v.]

ridiculizar

ταπεινός-ή-όν

[adj.]

vulgar

ῥητορική τέχνη-ης, ἡ

[sust.]

retórica, oratoria

τρόπος-ου, ὁ

[sust.]

estilo

πρᾶγμα-ατος, τὸ

[sust.]

asunto

θέμα-ατος, τὸ

[sust.]

tema

θεματικός-ή-όν

[adj.]

temático

βιβλίον-ου, τὸ

[sust.]

libro

 tipos textualesTipos Textuales

ἐξήγησις-εως, ἡ

[sust.]

descripción

ἱστορία-ας, ἡ

[sust.]

narración, historia

μῦθος-ου, ἡ

[sust.]

relato, historia, fábula

ποίησις-εως, ἡ

[sust.]

poesía

ἔπος-εος, τὸ

[sust.]

poesía épica, verso

ποίημα-ατος, τὸ

[sust.]

obra, poema, creación

ποιητῆς-οῦ, ὁ

[sust.]

poeta

διθίραμβος-ου, ὁ

[sust.]

ditírambo

ἴαμβος-ου, ὁ

[sust.]

yambo

μοῦσα-ης, ἡ

[sust.]

Musa

ἐνθουσιασμός-οῦ, ὁ

[sust.]

inspiración

ποιητικός-ή-όν

[adj.]

creador, poético, inventivo

φιλόμουσος-ον

[adj.]

amigo de las Musas [letras, artes]

ῥήτωρ-ορος, ὁ

[sust.]

orador

ῥαψῳδία-ας, ἡ

[sust.]

recitación

ῥαψῳδός-οῦ, ὁ

[sust.]

rapsoda

ῥητορεύω

[v.]

declamar

ῥαψῳδέω

[v.]

recitar

ἀγορεύω

[v.]

hablar, hablar en público

ᾄδω [ἀείδω]

[v.]

cantar

 teatroTeatro

δρᾶμα-ατος, τὸ

[sust.]

acción, drama

θέατρον-ου, τὸ

[sust.]

teatro

Αἰσχύλος-ου, ὁ

[sust.]

Esquilo

κωμῳδία-ας, ἡ

[sust.]

comedia

τραγῳδία-ας, ἡ

[sust.]

tragedia

μορμολύκειον-ου, τὸ   [sust.] máscara      

ἄγαλμα-ατος, τὸ

[sust.]

estatua, imagen, escultura

εἰκών-ονος, ἡ

[sust.]

imagen, figura, estatua

πλαστής-οῦ, ὁ

[sust.]

escultor

πτύω

[v.]

esculpir

Φειδίας-ου, ὁ

[sust.]

Fidias, escultor ateniense

κεραμεία-ας, ἡ

[sust.]

cerámica

κεραμεύς-έως, ὁ

[sust.]

alfarero

κεραμεῖον-ου, τὸ

[sust.]

taller de cerámica

κεραμικός-ή-όν

[adj.]

cerámico

 pinturaPintura

γραφεύς-έως, ὁ

[sust.]

pintor

γραφή-ῆς, ἡ

[sust.]

pintura, dibujo

πίναξ-ακος, ὁ

[sust.]

cuadro

γράφω

[v.]

pintar

ποικίλλω

[v.]

pintar

χρῶμα-ατος, τὸ

[sust.]

color

χρωματικός-ή-όν

[adj.]

coloreado

λευκός-ή-όν

[adj.]

blanco

μέλας-μέλαινα-μέλαν

[adj.]

negro

ξανθός-ή-όν

[adj.]

amarillo

ὠχρός-ή-όν

[adj.]

amarillo

ὦχρος-ου, ὁ

[sust.]

color amarillo

χλωρός-ά-όν

[sust.]

verde

ἐρυθρός-ή-όν

[adj.]

rojo

χρωματίζω

[v.]

colorear

λευκότης-ητος, ἡ

[sust.]

blancura

μελάνοτης-ητος, ἡ

[sust.]

negrura

λευκός-ή-όν

[adj.]

blanco

μέλας-μέλαινα-μέλαν

[adj.]

negro

λευκόω

[v.]

blanquear

μελάνω

[v.]

ennegrecer

 musicaMúsica

μουσική-ης, ἡ

[sust.]

música

ᾠδή-ῆς, ἡ

[sust.]

canto

μέλος-ους, τὸ

[sust.]

canto

ἀείδω

[v.]

cantar

μέλπω

[v.]

cantar

ὄργανον-ου, τὸ

[sust.]

instrumento

αὐλός-οῦ, ὁ

[sust.]

flauta

διαυλός-οῦ, ὁ

[sust.]

flauta doble

κίθαρα-ας, ἡ

[sust.] cítara      

κιθαρῳδία-ας, ἡ

[sust.] citarodia, arte de tocar la cítara      

σάλπιγξ-ιγγος, ἡ

[sust.]

trompeta

τύμπανον-ου, τὸ

[sust.]

tambor

αὐλέω

[v.]

tocar la flauta

τυμπανίζω

[v.]

tocar el tambor

κιθαρίζω

[v.] tocar la cítara      

χορός-οῦ, ὁ

[sust.]

baile, danza, coro

χορευτής-οῦ, ὁ

[sust.]

danzante

χορεύω

[v.]

danzar

ὀρχέομαι

[v.] danzar, bailar      
σκιρτάω [v.] danzar, saltar, brincar      

ἀρχιτεκτονία-ας, ἡ

[sust.]

arquitectura

ἀρχιτεκτονικός-ή-όν

[sust.]

arquitectónico

ἀρχιτέκτων-ονος, ὁ

[sust.]

arquitecto