HOMBRE

Como Ser Vivo

8.Alimentación

Comida

Bebida

Utensilios






 comidaComida

σῖτος-ου, ὁ

[sust.]

alimento, trigo, grano, comida

πεῖνα-ης, ἡ

[sust.]

hambre

τροφή-ῆς, ἡ

[sust.]

alimentación, cría, educación

ἀσιτία-ας, ἡ

[sust.]

falta de alimento, ayuno

βρωτόν-οῦ, τὸ

[sust.]

manjar, alimento

δειπνόν-οῦ, τὸ

[sust.]

comida, cena

ἄριστον-ου, τὸ

[sust.]

desayuno

συσσιτία-ας, ἡ

[sust.]

comida en común

τροφός-όν

[adj.]

alimenticio

ἄσιτος-ον

[adj.]

sín comida, en ayunas

ἐσθίω

[v.]

comer

πεινόω

[v.]

tener hambre

ἔδω

[v.]

comer

κατέδω [v.] comer      

δειπνέω

[v.]

comer

ἀριστοποιέομαι

[v.]

desayunar

τρέφω

[v.]

alimentar, criar

νέμω

[v.]

devorar

καταπίνω

[v.] devorar      

καταθοινάομαι

[v.] devorar      
κατεσθίω [v.] comer, devorar      

ἐκτρέφω

[v.]

criar, nutrir

μασάομαι

[v.]

masticar, mascar

ῥοφέω

[v.]

tragar

πέσσω

[v.]

digerir

ἐμέω

[v.]

vomitar

δάκνω

[v.]

morder

καταπίνω

[v.]

deglutir

ἄρτος-ου, ὁ

[sust.]

pan

ἄλφιτον-ου, τὸ

[sust.]

harina de cebada

μάζα-ης, ἡ

[sust.]

pan de cebada

λάχανον-ου, τὸ

[sust.]

legumbre, hortaliza

ἐρέβινθος-ου, ὁ

[sust.]

garbanzo

φάκος-ου, ὁ

[sust.]

lenteja

σῖτος-ου, ὁ

[sust.]

cereal

πυρός-οῦ, ὁ

[sust.]

mies, trigo

κριθή-ῆς, ἡ

[sust.]

cebada, avena

ὄρυζον-ου, ὁ

[sust.]

arroz

πίσος-ου, ὁ

[sust.]

guisante

καρπός-ου, ὁ

[sust.]

fruto, fruta

σῦκον-ου, τὸ

[sust.]

higo

μῆλον-ου, τὸ

[sust.]

manzana

ὄγχνη-ης, ἡ

[sust.]

pera

λεράσιον-ου, τὸ

[sust.]

cereza

προύμνον-ου, τὸ

[sust.]

ciruela

κάρυον-ου, τὸ

[sust.]

nuez

ἀμυγδάλη-ης, ἡ

[sust.]

almendra

κάστανον-ου, τὸ

[sust.]

castaña

πλάτανος-ου, ἡ

[sust.]

plátano

κρέας-ατος, τὸ

[sust.]

carne

λίπος-ου, ὁ

[sust.]

grasa

ἰξθύς-ύος, ὁ

[sust.]

pescado

τάριχος-ους, τὸ

[sust.]

pescado seco

ζωμός-οῦ, ὁ

[sust.]

caldo, sopa

ἔτνος-ους, τὸ

[sust.]

sopa

τυρός-οῦ, ὁ

[sust.]

queso

ἄμυλος-ου, ὁ

[sust.]

pastel

μέλι-ιτος, τὸ

[sust.]

miel

ἱπνός-οῦ, ὁ

[sust.]

cocina

ἄρτυμα-ατος, τὸ

[sust.]

condimento

ζωμός-οῦ, ὁ

[sust.]

salsa

ἔλαιον-ου, ὁ

[sust.]

aceite de oliva

ὄξος-ουσς, τὸ

[sust.]

vinagre

ἅλς-ἁλός, ἡ

[sust.]

sal

πέσσω

[v.]

cocinar

 bebidaBebida

πότος-ουυ, το

[sust.]

bebida

δίψα-ης, ἡ

[sust.]

sed

ὕδωρ-ὑδατος, τὸ

[sust.]

agua

οἶνος-ου, ὁ

[sust.]

vino

γάλα-γάλακτος, ἡ

[sust.]

leche

μεθύων-ουσα-ον

[adj.]

bebido

ἄποτος-ον

[adj.]

sin beber, que no bebe

πίνω

[v.]

beber

μεθύω

[v.]

estar borracho

ζύμωσις-εως, ἡ

[sust.]

fermentación

ζέω

[v.]

fermentar

 utensiliosUtensilios

συσσίτιον-ου, τὸ

[sust.]

comedor

δειπνητήριον-ου, τὸ

[sust.]

comedor

τράπεζα-ης, ἡ

[sust.]

mesa, comida, alimento, hospitalidad

τορύνη-ης, ἡ

[sust.]

cuchara

μάχαιρα-ας, ἡ

[sust.]

cuchillo

άγγειον-ου, τὸ

[sust.]

vasija

κῦτος-ου, τὸ

[sust.]

vasija

κοτύλη-ης, ἡ

[sust.]

vaso, taza

δέπας-αος, τὸ

[sust.]

vaso

σκύφος-ου, ὁ

[sust.]

taza

λεκάνη-ης, ἡ

[sust.]

plato

λόπας-άδος, ἡ

[sust.]

plato